Υπάρχουν πάρα πολλές παροιμιακές περιπαιχτικές εκφράσεις στα χωριά της Αρκαδίας, που ήταν στην ουσία η… πνευματική κίνηση του τόπου και της εποχής. Είναι η σατυρική επιθεώρηση των Αρκάδων που το λαϊκό πνεύμα κατόρθωσε και βρήκε τα ψεκτά σημεία, τις αδυναμίες και τα ψεγάδια των άλλων, μέχρις ότου βέβαια του ψάλουν και τα δικά του.
Πολλά από τα πειράγματα έχουν την ερμηνεία τους και είναι βγαλμένα με πολλή παρατηρητικότητα και λαϊκή σοφία. Άλλα είναι πιο δυσνόητα για τους πολλούς, αλλά αν κάποιος γνωρίζει τις τοπικές συνήθειες και αντιπαλότητες τότε είναι εύκολο να τα κατανοήσει.

Ισως το παλιότερο Αρκαδικό περίπαιγμα είναι η έκφραση «Χριστιανός είσαι ή Τσάκωνας». Στις μέρες μας βέβαια έχει εξαφανιστεί. Κάποτε όμως είχε σημαντική αξία γιατί προήλθε από την αργοπορημένη προσέλευση στον Χριστιανισμό των κατοίκων της Τσακωνιάς. Τα χρόνια εκείνα η λέξη «Τσάκωνας» είχε τη σημασία του «ειδωλολάτρης».

Για τους Αγιοπετρίτες έλεγαν ότι «Οι Αγιοπετρίτες και οι αραπάδες της Τριπολιτσάς είναι πρώτα ξαδέρφια», γιατί και οι δυο ήσαν μαύροι. Οι αραπάδες της Τριπολιτσάς εκ φύσεως οι δε Αγιοπετρίτες επειδή ήσαν καρβουνιάρηδες. Η σύγκριση προέρχεται από τα χρόνια της τουρκοκρατίας όταν αρκετοί θα ήταν στην πόλη οι μαύροι δούλοι που θα υπηρετούσαν τους Τούρκους προύχοντες. Αυτό μας δίνει και την ιστορική απόδειξη πως οι Αγιοπετρίτες εξασκούσαν το εμπόριο του ξυλοκάρβουνου από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ακόμη…
Παραλλαγή αυτού ήταν και το: «Αγιοπετρίτης, Στεμνιτσιώτης, Τριπολιτσιωτ’ αράπης, πρώτα δεύτερα ξαδέρφια»

Τους Αγιοπετρίτες τους έλεγαν και «Γιαγιάδες» γιατί συνήθιζαν να χρησιμοποιούν το «Για» αντί του κοίτα ή τήρα. Έλεγαν «Γιά ένα παιδί» Επίσης τους έλεγαν και «Τεσhέρηδες» γιατί το σίγμα το έλεγαν με παχιά προφορά.

Οι Αλαγώνιοι Μεσσήνιοι που συνόρευαν με τα χωριά της Μεγαλόπολης λέγανε για τους κατοίκους του Δυρραχιού: «Χωριανό αν πιάσεις φίλο, βάστα και κομμάτι ξύλο» Τους Δυρραχίτες τους έλεγαν «χωριανούς» γιατί μεταξύ τους συνήθιζαν να λένε αυτή τη λέξη και ίσως το πείραγμα να αναφέρεται στο ότι ήταν λίγο «ζόρικοι» ακόμα και με τους φίλους τους… Λένε όμως για την περιοχή αυτή: «Ο Θεός να σε φυλάει από Δυρραχίτικη περιφάνεια, Ακοβίτικη λιγούρα και Λεφτινιώτικη ρόντα» Γιατί οι Δυρραχίτες ήσαν περήφανοι, γι’ αυτό και ζόρικοι, οι Ακοβίτες πολυλογάδες και οι Λεπτινιώτες ό,τι αποφάσιζαν το έκαναν όλοι μαζί ακόμα και να έπεφταν στον γκρεμό ο ένας πίσω από τον άλλο…

Οι Τεγεάτες έλεγαν για τους γείτονές τους της Κυνουρίας: «Ο Θεός να σε φυλάει από Καστρίτικη ψείρα, από Βερβαινιώτικη κλεψιά, από Αγιοπετρίτικη ψευτιά, από Αγιαννίτικη περηφάνια και από Δολιανίτικη πείνα…» γιατί θεωρούσαν πως το κάθε χωριό από αυτά σέρνει και το δικό του κουσούρι. Για τους Δολιανίτες λέγανε ότι «Η πείνα η τρανή κάνει τον Δολιανίτη σιμιτζή, να χορταίνει το ψωμί» Αυτά τα λέγανε βέβαια πριν οι Δολιανίτες εγκατασταθούν και στα Κάτω Δολιανά που γίνανε τρανοί νοικοκυραίοι.

Αλλά και οι Κυνουριάτες δεν έλεγαν λίγα για τους Τεγεάτες:
«Αν είσαι κλέφτης και φονιάς στις Ρίζες γίνεσαι παπάς!…» Βέβαια λέγεται ότι αυτό το έκαναν οι τούρκοι οι οποίοι για να τυραννούν τους κατοίκους τους, επέβαλαν κάποτε για παπάδες παράνομους οι οποίοι υπηρετούσαν τα θελήματα των τούρκων.
Οι Τεγεάτες έχουν όμως ένα γενικότερο «στολίδι» που τους ακολουθεί. Τους λένε και «αυγοζύγηδες» … γιατί τους θεωρούν τσιγκούνηδες και ότι προσπαθούσαν να βγάλουν και από τη μύγα ξύγκι.

Για τους Βυτιναίους λέγανε:
«-Βρε παιδιά απ’ τη Βυτίνα, πως περνάτε από την πείνα;
– Με κουκιά και με ρεβύθια και καμπόσα παραμύθια»
Τα γύρω χωριά για να πειράξουν τους Βυτιναίους λέγανε:
«Ρε Τρύφωνα, να πεις του Τρύφωνα, να ειπεί του Τρύφωνα να στείλει εδώ τον Τρύφωνα γιατί τον θέλω» Γιατί πολύ το συνήθιζαν το όνομα αυτό στη Βυτίνα.
Και στο Λεβίδι υπήρχε το ανάλογο πείραγμα «Όπου Λεβιδιώτης θα είναι Θανάσης».

Στο Γορτυνία λέγανε: «Του Δραγουμάνου οι όμορφες, του Κουρουνιού οι κουρούνες και παρακάτου στα Μαυριά οι απλυτοβεδούρες».
Τους Δημητσανίτες τους λέγανε «Τσετσέδες» και «Τσόπελους» γιατί μιλάγανε με «τσιτακισμό» δηλαδή όπου υπάρχει «κι» ή «κε» το κάνουν «τσι» ή «τσε». Αυτό υπάρχει και σε άλλα χωριά της Γορτυνίας.
Αλλά και στο Καστρί μιλούσαν με τσιτακισμό αλλά και αντιτσιτακισμό και για να τους κοροϊδέψουν έλεγαν «Την Τσυργιατσή θα φάμε πακιά» (την Κυριακή θα φάμε πατσιά).

“Μπάλιο άλογο, βλάγκο γουρούνι
Μιλιανήσιο κρασί, Ανδριτσάνικο τσαρούχι
Δημητσανίτικο μπαρούτι, ποτέ σου μην ψωνίσεις
Ρούσα γυναίκα, Ρούσα και μαλλιαρή,
ποτέ σου να μην πάρεις.
Αλωνιστιώτη φίλο, Ζυγοβιστινό κουμπάρο,
Λουκαΐτη σύντροφο ποτέ σου μην κάνεις”.
Κάθε φράση της πολύ «μελετημένης» αυτής αποτροπής στηρίζεται σε λαϊκά συμπεράσματα μακράς πείρας, σύμφωνα με τα δεδομένα, βέβαια, της εποχής τους. Κατηγορούσαν το κρασί από το Μιλιανό του Δάρα (άλλοτε Δήμου Νάσσων) που ήταν “κουτελίτης”, τα τσαρούχια της Ανδρίτσαινας, το μπαρούτι της Δημητσάνας, τους Αλωνιστιώτες τους Ζυγοβιστινούς και τους Λουκαϊτες.

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας έλεγαν στο Μοριά:
“Ο θεός να σε φυλάει από αράπη της Τριπολιτσάς, του Ντάρα Αρβανίτη και Τούρκο της Βαρδούνιας.”
Και οι τρεις φάρες ήταν πολύ σκληρές και αν έμπαιναν σε διαμάχες δεν είχαν σταματημό. Από τους πρώτους κλεφτοκαπετάνιους της επανάστασης ήταν ο Νταραίος Αρβανίτης Κολλιός Μπάκας (Μπακόπουλος).

Για να ειρωνευτούν τους Ρεκουνιώτες της Γορτυνίας έλεγαν:
“Φούλη, Φουλάκο, φουλίτσα Παναγίτσα,
φύλαε τους φουλάκους και τους διακονιαράκους,
να παν να διακονέψουν
και να ρθουν με φλουριά, να φέρουνε λαμπάδια
στο φούλη, στο φουλάκο, στη φούλα Παναγίτσα.”
Το Ρεκούνι θεωρούταν άλλοτε σαν πατρίδα των “διακονιάρηδων”. Κι επειδή οι Ρεκουνιώτες συνήθιζαν ν’ αποκαλούν τον καθένα “φούλη” (από το αδερφούλη) τους έλεγαν “φουλάκους”

Στη Γορτυνία υπήρχε και το επόμενο πείραγμα που λένε πως το έφτιαξε ο περίφημος Τσοπανάκος: «Στο Παλιοχώρι, στο Δαφνί, στη Ζάτουνα, είναι οι μουρλοί»
Για τους Δημητσανίτες, για να τους πειράξουν, λένε και το εξής το οποίο αποδίδεται και αυτό στον Τσοπανάκο: «Δημητσιάνα, δήμος τ΄ Άννα, τσαί Μαλλούχοι, γιοι του Μάλχου…»
Φαίνεται πως συνδυάζουν τους Δημητσανίτες με τους εβραίους, τον Άννα τον δικαστή του Χριστού και τον Μάλχο (τον υπηρέτη που του έκοψε το αυτί ο απόστολος Πέτρος).

«Άγαλι Πανάγαλι, Χωτούσα μπακανιάρα, Κώμη ξεφουσιάρα και Ντάρα παλικάρα» λέγανε οι Νταραίοι πειράζοντας τα γύρω χωριά, αλλά και οι άλλοι λέγανε ότι «Ένας παπάς από του Ντάρα κυνηγούσε μια γαϊδάρα…»

Θα σταματήσουμε εδώ.. γιατί μετά από τον παπά από του Ντάρα τα πράγματα … χοντραίνουν!!!.

Πειράγματα που λένε για τα χωριά Τσιπιανά, Λουκά και Θάνα, αλλά και για το Μάναρι, το Ανεμοδούρι και του Λιανού θα τα αφήσουμε για κάποια άλλη φορά.

Θ

(320)