Το ταξίδι για τον Καζαντζάκη ήταν ένας τρόπος ζωής, ταξίδευε μέσα από τα βιβλία, τις ιδέες, στις γνώσεις, στους πολιτισμούς, βήμα, βήμα, με τον νου και την καρδιά του. Ταξίδευε όμως και στους τόπους, με το σωστό τρόπο
«Το ταξίδι ανανεώνει τις αίσθησες και πράγματα χιλιοειπωμένα σε ξαφνιάζουν σαν να τα βλέπεις για πρώτη φορά.».
Σε κανένα τόπο δεν στέριωσε, πάντα ταξιδιώτης, ήθελε να δει καινούργια πράγματα, καινούργιους τόπους μας κυρίως καινούργιους ανθρώπους. Ακόμα και στην ιδεολογία του που είναι σκορπισμένη σε όλα τα κείμενά του θα βρούμε την ίδια άποψη, δεν μπορούσε ν’ αντέξει τους βολεμένους, τους ριζωμένους σε έναν τόπο ανθρώπους. Τον σαγήνευαν οι άνθρωποι οι ριψοκίνδυνοι, οι άνθρωποι που πάντα κάτι αναζητούσαν στη ζωή τους, ένα όνειρο, μια ιδέα, μια καινούργια ζωή, μια καινούργια φιλία. Και φυσικά ανάμεσα στους άλλους μικρότερους ήρωες του δημιούργησε τους δύο μεγάλους τον Αλέξη Ζορμπά και τον Οδυσσέα, το δικό του Οδυσσέα, δυο ανθρώπους που όλο κάτι γύρευαν και άμα το έφταναν ζητούσαν κάτι άλλο. Αυτός είναι ο Καζαντζάκης γι’ αυτό σε όλη του τη ζωή ταξίδευε στις θρησκείες, στις ιδεολογίες, στους τόπους, στους ανθρώπους, στους πολιτισμούς, αχόρταγα. Νομίζω πως σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν μέσα τους αυτό το μεράκι κανείς όμως τόσο όσο ο Καζαντζάκης. Τις ιδέες, τους τόπους τους ανθρώπους και τα πιο ασήμαντα πράγματα βρίσκει πάντα ο Καζαντζάκης ένα γοητευτικό, ξεχωριστό και μοναδικό τρόπο να τα περιγράφει. Το πιο γοητευτικό όμως ίσως είναι ο τρόπος που περιγράφει την ιστορία ενός τόπου, πολύ εύκολα καταργεί την επιστήμη της ιστορίας και την κάνει λογοτεχνία χωρίς όμως να παραλείπει καμία από την αλήθεια και την λεπτομέρειά της. Σ’ όλα του τα ταξιδιωτικά θα το συναντήσουμε με αυτό το φαινόμενο. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως μέσα σ’ αυτά τα κείμενα συμπλέκονται σε αρμονική συγκυρία ο καλά πληροφορημένος ερευνητής και ο μεγάλος άφταστος λογοτέχνης. Ποτέ του δεν ξεστράτισε από τούτη τη μορφή κειμένου. Είναι ίσως ο πιο εύκολος τρόπος να μάθει κανείς ιστορία χωρίς καλά καλά να το καταλάβει. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε ενδεικτικά κάποια αποσπάσματα
«Περπατάς στην Ελλάδα, και όπου σταθείς ανήσυχες φυσιογνωμίες σε περικυκλώνουν. Σαν να θυμούνται ακόμα τα αίματα, τους άγριους γενίτσαρους που περιόδευαν τα χωριά και κάναν το παιδομάζεμα ή τους Κοτσαμπάσηδες που μάζευαν το χαράτσι. Ένας ξένος φαντάζει πάντα σε μια παρουσία επικίντυνη, ύποπτη και πρέπει γρήγορα να μάθουν ποιος είναι, τι σκοπούς έχει και να λάβουν τα μέτρα τους. Ύστερα από αιώνες το αίμα θυμάται κι η ανησυχία δεν έσβησε. Πρέπει να περάσει λίγο διάστημα, κάποτε δευτερόλεπτα, κάποτε μέρες. Για να νικηθεί ο προγονικός τρόπος και να ανοίξει η καρδιά του χωριάτη».
Ανιχνεύουμε τούτα τα μαθήματα ιστορίας όχι βήμα – βήμα μέσα από όλα τα κείμενά του αλλά επιλεκτικά για να συνθέσουμε κάποια δικά μας κεφάλαια.

ΚΑΣΤΡΑ
«Στέκεσαι σε μια σπιθαμή ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία. Μνήμα βαθύ, δώδεκα πατωσιές, κι ανεβαίνουν φωνές και σε κράζουν. Ποιά να διαλέξεις; Κάθε φωνή κι ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει. Για έναν Έλληνα, το ταξίδι στην Ελλάδα είναι γοητευτικό, εξαντλητικό μαρτύριο».
Πάντα ο άνθρωπος πρέπει να μοιάζει σαν τον πρόσφυγα που του επέτρεψαν να γυρίσει ύστερα από χρόνια στους τόπους που αγαπούσε και στερήθηκε, και η αγάπη του βέβαια έγινε ακόμα πιο μεγάλη όλα αυτά τα χρόνια. Αλλιώς στους τόπους θα τους δούμε μόνο σαν σύνθεση από δέντρα, σπίτια βουνά, δρόμους, λίμνες , ποτάμια, θάλασσες. Οι τόποι δεν είναι αυτοί που είναι έξω από εμάς αλλά αυτοί που τριγυρίζουν ανενόχλητοι από οποιονδήποτε και από οτιδήποτε μέσα στην ψυχή μας. Αν χάσουμε αυτούς τους τόπους, χάσαμε και την πατρίδα μας.
«Τα κάστρα εξασκούν μυστηριώδη γοητεία του ανθρώπου. Όταν μέσα από τον κάμπο ορθώνεται ξάφνου στο βάθος του ορίζονταν ένα απότομο βουνό και στην κορφή του ξεχωρίζει μιαν κορόνα που μισογκρεμισμένα μουράγια και πύργους και πολεμίστρες, η ψυχή σου τινάζεται κι αντριεύει. Θαρρείς και ζώνει τ’ άρματα και είναι έτοιμη να πάρει –και να εκτελέσει τώρα –μεγάλες αποφάσεις».
Δεν παραλείπει βλέποντας τους τόπους όπου περνά να διακλαδίζει ανάμεσά τους τις ιδέες του, τις απόψεις του, τις γνώμες του. Σαν βλέπει τα κάστρα η ψυχή τινάζεται και αντρειεύει έτοιμη να πολεμήσει, να κάνει δικό της ότι της λείπει, τις κορφές τις κατακτούμε, στον κάμπο ριζώνουμε, λιμνάζουμε, βολευόμαστε (πράγμα αδιανόητο για τον Καζαντζάκη)

ΠΑΤΡΑ
Ανεβαίνω τα σκαλιά, φτάνω στο κάστρο. Άγριο, ερημωμένο με τους γκρεμισμένους πύργους, με τις φοβερές γύρα πολεμίστρες, με τα μυρωδάτα χόρτα που το πολιορκούν και το κυριεύουν –την κάπαρη, το φλισκούνι, τη θρούμπα. Άλλοτε έκαναν έφοδο στο κάστρο τούτο οι Ρωμαίοι, οι Σρακηνοί, οι Σλάβοι, οι Φράγκοι, οι Τούρκοι. Τώρα όλοι τούτοι οι εφήμεροι επιδρομείς αφανίστηκαν, κι απόμειναν οι νόμιμοι κάτοχοι –η κάπαρη, το φλισκούνι, η θρούμπα. Στο βόρειο τοίχο έχουν χτίσει κομμάτια από αρχαίες κολόνες. Εδώ, στην ακρόπολη τούτη, στέκονταν μια φορά κι έναν καιρό ο ναός της Λαφρίας Αρτέμιδος, που της πρόσφεραν κυνήγι και φρούτα».
Με λίγα λόγια, συμπυκνωμένο, κάνει τραγούδι την ιστορία του κάστρου, το πρόσωπό τους ερημιά και γκρεμνοί τοίχοι, εκεί πια φωλιάζουν μόνο μυρωδάτα χόρτα. Τόσοι κατακτητές, κανένας δεν έμεινε. Μόνοι σύντροφοι πια του κάστρου, το φλισκούνι, η θρούμπη και η κάπαρη (η περιγραφή αυτή βέβαια έγινε το 1937).

ΓΛΑΡΕΝΤΖΑ
«Εδώ, στο ξεπεσμένο τώρα λιμάνι της Γλαρέντζας, τι βουή, τι χαρές και συφέρα τώρα κι έξι εφτά αιώνες! Από δω ξεκινούσαν τα καράβια φορτωμένα μετάξι, σταφύλια, βελανίδια, σύκα, μέλι, λάδι, κερί… Πήγαιναν στη Βενετία, στην Αγκώνα, στο Δυρράχιο, στην Αλεξάνδρεια. Εδώ, στο αόρατο τώρα παλάτι, μαζεύουνταν η Μεγάλη Κούρτη της Αχαΐας κι αποφάσισε για ειρήνη και πόλεμο και γάμους πριγκιπικούς. Εδώ, στη Γλαρέντζα, συνεδρίαζε κι η Κούρτη των Βουργησίων των αστών, που δίκαζε τις διαφορές των ντόπιων ή ανάμεσα Φράγκων και ντόπιων. Και στην γκρεμισμένη τούτη γοτθική εκκλησιά, οι Φραγκισκανοί καλόγεροι από την Ασίζη έψελναν τον εσπερινό, κοιτάζοντας, από τα μακρουλά γοτθικά παράθυρα, τη δροσερή τούτη ακατάλυτη θάλασσα».
Προσπαθεί βλέποντας τα χαλάσματα του κάστρου να αναστηλώσει την πόλη, όχι όμως σαν αρχαιολόγος που ξαναχτίζει κομμάτι – κομμάτι όλα τα κτίρια μικρά και μεγάλα, ναούς, τοίχοι κλπ. μα σα λογοτέχνης ζωντανεύει με μια μονοκοντυλιά τη ζωή του Κάστρου.

ΚΑΡΥΤΑΙΝΑ
«Κι όταν αντικρίσαμε πάνω από το λόφο το ξακουστό κάστρο της Καρύταινα, νιώσαμε πως σήμερα, σε τέτοιο ανήσυχο φωτισμό και με τέτοιες σύγχρονες έγνοιες, το κάστρο τούτο το άγριο, το πολεμικό, το απότομο, διατυπώνει πιστότερα από κάθε ελληνικό ναό το τοπίο γύρα μας και μέσα μας. Στα πόδια του κυλά ο Αλφειός, στα βάθη του ορίζοντα λάμπει ο Χελμός. Η Καρύταινα είναι αληθινά το Τολέδο της Ελλάδας, με τα δρομάκια του και τα παλιά του σπίτι, με τις βυζαντινές εκκλησιές του και την τραχιά ψυχή του. Το κάστρο έρημο, σταχτόμαυρο σα γεράκι, σηκώνεται στην κορφή και βιγλίζει».
Πολυταξιδεμένος ο Καζαντζάκης δεν μπορούσε να μην κάνει τη σύγκριση με το Τολέδο της Ισπανίας. Γερά και τα δύο κάστρα, άγρια, πολεμικά, απότομα με μια πόλη στολίδι στα πόδια τους. Ας το ’χτίσαν οι ξένοι, και ας χτίστηκε όχι για να προσέχει πατρίδες παρά μόνο συμφέροντα, το Κάστρο της Καρύταινας είναι ένα κομμάτι αναπόσπαστο του τόπου. Κι αν ακόμα το δεις σε φωτογραφία το πολυτραγουδισμένο, πολυσυζητημένο κάστρο θα καταλάβεις ότι είναι χτισμένο μόνο στην ορεινή κεντρική Πελοπόννησο.

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ
«Ξημέρωνε όταν περνούσα τη στενώτατη λουρίδα, την μόνην έμβασιν, που σμίγει τον απόγκρεμο βράχο της Μονεμβασιάς με τη στεριά. Προχωρούσα κοιτάζοντας τον περήφανο βράχο και δεν τον αποχόρταινα. Ως τώρα νόμιζα πως το ανώτατο που είχα δει στο Μοριά ήταν το κάστρο της Καρύταινας. Μα πόσο πιο άγριος, επιβλητικός κι ολομόναχος είναι ο γρανίτης ετούτος, το Γιβραλτάρ της Ελλάδας! Τη νύχτα μου φάνηκε σα φοβερό θεριό που ενενδρεύει· σήμερα, μέσα στο φως της αυγής, έλαμπε σα γιγάντιο αμόνι απάνω στο νερά. Οι άνθρωποι που κατοικούσαν το βράχο τούτον στάθηκαν πάντα περήφανοι. Ο αέρας, η θάλασσα, η μοναξιά, η φτώχεια, σφυροκοπούσαν μέρα νύχτα την ψυχή τους. Δεν είχαν περβόλια να σεριανούν και να λεν: «Γλυκιά είναι η ζωή, ας κρυφτούμε εδώ μέσα». Δεν είχαν γης να την καλλιεργούν, να την αγαπήσουν και να λεν: «Καρπερή είναι τούτη η γης, ας σκύψουμε, ας τα βολέψουμε με τους τυράννους να μην τη χάσουμε». Τίποτα δεν είχαν, μονάχα τη θάλασσα, την ανήλετη φιλενάδα. Ρίχτηκαν απάνω της, ψαράδες, πραγματευτάδες, κουρσάροι. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία τους φοβήθηκε και τους έδωκε προνόμια. Ζούσαν ανεξάρτητοι με τους δικούς τους προεστούς – τους Μαμωνάδες του Δαιμονογιάννηδες, τους Σοφιανούς.
Όταν ήρθαν οι Φράγκοι και πάτησαν όλη την Ελλάδα, εδώ στάθηκαν κοιτάζοντας ψηλά, και τ’ αλόγατά τους αρνήθηκαν να προχωρήσουν. Μα ο Γουλιέλμος ο Βιλλεαρδουίνος το πάτησε πείσμα. «Δεν έχω τίποτα» φώναζε «δεν έχω τίποτα αν δεν έχω τη Μονεμβασιά.» Ζήτησε βοήθεια από το Μέγα Κύρη της Αθήνας, από τους τρεις Βαρώνους της Εύβοιας, από το Δούκα της Νάξου, από τον Κόμη της Κεφαλλονιάς κι ως πέρα από τη Βενετία. Έζωσε από στεριά και θάλασσα τον άγριο βράχο, έριχνε απάνω του κοτρόνια με τις μηχανές, έκανε εφόδους. Φοβέριζε, παρακαλούσε, τίποτα. Πάνω από τρία χρόνια οι Έλληνες βάσταξαν. Μα πια δεν είχαν τίποτα να φάνε.

Το τι να φαν ουκ είχασι, μόνον ο εις τον άλλον·
εφάγασι και ποντικούς, ομοίως και γατία.

«Θα παραδώσουμε το κάστρο» είπαν τότε απελπισμένοι οι Μονεμβασιώτες «μα να μείνουμε ελεύτεροι, αφορολόγητοι, εμείς και τα χτήματά μας, λυτρωμένοι από κάθε υπηρεσία· μονάχα στα καράβια μας να δουλεύουμε, και με μιστό.»
Ο Βιλλεαρδουίνος δέχτηκε. Και τότε οι τρεις άρχονται της Μονεμβασιάς, ο Μαμωνάς, ο Δαιμονογιάννης κι ο Σοφιανάς, πέρασαν αμίλητοι την μόνην έμβασιν, έφτασαν στο στρατόπεδο του Φράγκου και παρέδωσαν τα μεγάλα σιδερένια κλειδιά του κάστρου.

Ο πρίγκιπας ως φρόνιμος όλους τους εχαιρετά».

Κάνει και εδώ το ίδιο ότι έκανε και στην Καρύταινα. Ο πολυταξιδεμένος νους του οδηγείται σε ένα άλλο ίδιο βράχο, στο Γιβραλτάρ, μόνο που εκείνος ο βράχος χωρίζει μια μεγάλη θάλασσα και ένα μεγάλο ωκεανό. Ενώ η δική μας Μονεμβασιά γίνεται ο κυματοθραύστης της ίδιας θάλασσας, είναι ένα γιγάντιο αμόνι μέσα στα ίδια νερά όπως το λέει παρακάτω.
Οι άνθρωποι που κατοικούσαν και κατοικούν τούτο τον τόπου είναι όχι μόνο περήφανοι αλλά μένουν πάντα περήφανοι, δε θα μπορούσαν να είναι διαφορετικοί. Ο συνδυασμός του αέρα, της θάλασσας, της μοναξιάς και της φτώχιας, που χτίζουν την ύπαρξή τους, την κάνουν μοναδική πάνω στη γη χωρίς περιθώρια να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Άνθρωποι δυνατοί με θέληση να νικήσουν όποια δυσκολία τους στείλει η ζωή και η μοίρα τους. Δεν είχαν ούτε γη ούτε βόλια ούτε χωράφια να χαρίζουν μία γλύκα στη ζωή μόνο τη θάλασσα. Γι’ αυτό έγιναν ψαράδες, πραματευτάδες και κουρσάροι και ήταν μοναδικοί πάνω στη γη μας γιατί η μοίρα τους δεν τους επέτρεπε να γίνουν τίποτα άλλο. Και οι οχτροί τους δεν ζήτησαν τίποτα άλλο από το να χαρούν αυτή την αξεπέραστη δύναμη του βράχου, μόνο όμως σαν κατακτητές γιατί γρήγορα έφυγαν χωρίς καθόλου να ριζώσουν, δεν ριζώνει κανείς εύκολα σε έναν τέτοιο βράχο.
Η επίσκεψή του στη Μονεμβασιά τελειώνει με λόγια σοφά που μας κάνουν ακόμα πιο πλούσιους στο νου και στην καρδιά.
«Όταν βρεθείς σ’ ένα αψηλό κάστρο, σε χαλάσματα μεγάλης πολιτείας, η καρδιά μπορεί ξαφνικά να κυριευτεί όχι από μεγάλο τρόμο παρά από ένα παράλογο, αδάμαστο πείσμα. Θαρρείς κι η καρδιά είναι ένας αλλόκοτος χείμαρρος που παίρνει τον ανήφορο έναντι στη φύση. Μια περήφανη ψυχή πουθενά δε βρίσκει αφθονώτερη τροφή παρά στα χαλάσματα του κόσμου. Γιατί εκεί βλέπει καθαρά πως ανάλαβε έναν απελπισμένο αγώνα, και χαίρεται να πολεμάει γιατί δεν περιμένει καμίαν αμοιβή. Πολεμάει, έτσι, γιατί είναι δυνατή και θέλει να παίξει. Δεν θα βαρύνω ποτέ, ορκίζεται, την καρδιά μου με κραιπάλη και μέθη και μέριμνες βιοτικές. Θα τη διατηρήσω πάντα φλόγα ν’ ανηφορίζει στον αδειανό αέρα».

ΜΥΚΗΝΑ
Μόλις αντικρίζει το κάστρο των Μυκηνών ο συγγραφέας θυμάται δυο «λιόντισσες», την Κλυταιμνήστρα και την Ηλέκτρα που κυκλώνουν πάντα με τα καμώματά τους το κάστρο. Το Κάστρο των Ατρειδών ξεπροβάλλει γεμάτο παραμύθια της φυλής μας ανάμεσα στα «αγριόθωρα» βουνά της Ζάρας και του Προφήτη Ηλία. Μόνο σαρκοβόρα όρνεα αετοί και γεράκια φωλιάζουν στους άνυδρους γκρεμούς. Μια δρακοφωλιά. Και μας εξομολογείται ο Καζαντζάκης στο αντίστοιχο κείμενο.
«Πήρα μόνος μου τον ανηφορικό βασιλικό δρόμο, που τον είχε στρώσει η Κλυταιμήστρα με πολύτιμα κόκκινα χαλιά, για να πατήσει ο νεοφερμένος άντρας της. «Πάτα, πάτα» του μιλούσε μαυλιστικά, «μη φοβάσαι τους Θεούς! Τοις δ’ ολβίοις γε και το νικάσθαι πρέπει».
Ανέβαινα μαζί με το μεγάλο ίσκιο, πάτησα τις στρουφιγμένες από την πυρκαγιά πλάκες του παλατιού, σβάρνισα με τη ματιά τα βουνά τρογύρα, τον κάμπο, ως πέρα την αργίτικη θάλασσα. Προσπαθούσα να δω τι έβλεπε ο Αγαμέμνονας ανηφορίζοντας στο παλάτι του και τι η γυναίκα του, όταν αγνάντευε με δαγκωμένα χείλια τη θάλασσα πέρα, αν προβάλαν τα μισητά καράβια του γυρισμού. Τα ίδια τούτα βουνά θα κοίταζαν, τον ίδιο ηλιοφρυμένο κάμπο, το ίδιο κύμα. Μα σημασία έχει μονάχα το πως τα έβλεπαν. Με ποιον πρωτόγονο χοχλασμό».

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ
Καθένα από τα αποσπάσματα που ακολουθούν μας δίνει και μία αλήθεια αναμφισβήτητη.
Αλήθεια 1η
Αν έστω και ένας Έλληνας μείνει στην Ελλάδα και όλοι οι άλλοι εξοντωθούν τότε μόνο αυτός μπορεί να μάθει στους βάρβαρους κατακτητές ελληνικά και να τους κάνει Έλληνες.
«Όλο το χρόνο είχαν αποφασίσει οι φοβεροί τούτοι καταχτητές να μένουν αρματωμένοι απάνω στ’ άλογά τους, έτοιμοι. Γιατί ήταν λίγοι σε ξένα χώματα, μέσα σε εκατοντάδες χιλιάδες αλλόφυλους, αλλόγλωσσους, αλλόθρησκους λαούς –Έλληνες, Σλάβους, Αλβανούς, Τσάκωνες, Τσιγγάνους κι Εβραίους.
Μα σιγά σιγά το θηλυκό τοπίο άρχισε τη στενή, γλυκότατη, αθόρυβη πολιορκία. Το τοπίο, κι οι ντόπιες γυναίκες οι σταρομελάχρινες, με τα μαύρα μαλλιά, με τα μεγάλα μάτια. Οι ξανθοί δράκοι ένιωθαν σιγά σιγά τα ήπατά τους να κόβονται. Έσμιξαν με τις γυναίκες, ξέχασαν την πατρίδα. Έκαμαν παιδιά, τους Γασμούλους. Τα παιδιά ακολουθούσαν τις μάνες, μιλούσαν τη μητρική γλώσσα, γίνηκαν Έλληνες. Το φράγκικο αίμα μέσα στα βρέφη υποχωρεί. Έπεφτε απάνω του το δριμύτατο, με τις μυστηριώδεις χημικές αντιδράσεις ελληνικό αίμα, και το φράγκικο χάνουνταν. Άρχισε νέα Κουγκέστα.
«Κι να όλοι οι Έλληνες εξοντωθούν» έλεγε ο Γιαννόπουλος «και μείνει ένας μονάχα στην Ελλάδα, αυτός θα μάθει στους βάρβαρους κατακτητές ελληνικά και θα τους κάμει Έλληνες. Το χώμα, οι πέτρες, τα βουνά, είναι ελληνικά και κάνουν Έλληνες».

Αλήθεια 2η
Από τη φτώχεια τους οι Έλληνες δημιουργούν πλούτο υλικό και πνευματικό γιατί:
«Τα ιστορικά τους είναι ένα όνειρο, καμωμένο από γαλάζια θάλασσα, από φτενά χωράφια, από καράβια κι άλογα. Με τ’ ανύπαρχτα τούτα στοιχεία παίζουν, δουλεύουν, πλάθουν μέσα στον ύπνο τους πολέμους, θεούς, νόμους, ιδέες».

Αλήθεια 3η
Η Ελληνική φυλή κάνει θαύματα.
«Η ελληνική φυλή ήταν πάντα, είναι ακόμα, η φυλή που έχει το επικίνδυνο μέγα προνόμιο να κάνει θάματα. Όπως όλες οι δυνατές, μεγάλης αντοχής φυλές, κι η ελληνική μπορεί να φτάσει στον πάτο του γκρεμού, κι ακριβώς εκεί, στην πιο κρίσιμη στιγμή, όπου οι αδύνατες ράτσες γκρεμίζουνται, αυτή δημιουργεί το θάμα. Επιστρατεύει όλες τις αρετές και πετιέται μονομιάς, χωρίς διάμεσους σταθμούς, στην κορυφή της λύτρωσης. Το απότομο τούτο, απρόβλεπτο από το λογικό, ανατίναγμα προς τ’ απάνω ονομάζεται θάμα.
Όλη μας η Ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βίαιο επικίντυνο δρασκέλισμα από το χαμό στη σωτηρία».

Αλήθεια 4η
Η ελληνική φυλή θυμάται το παρελθόν της και μόνο μ’ αυτό τον τρόπο συνεχίζει το παρόν της.
«Περπατάς στην Ελλάδα, κι όπου σταθείς ανήσυχες φυσιογνωμίες σε περικυκλώνουν. Σα να θυμούνται ακόμα τα αίματα, τους άγριους γενίτσαρους που περιόδευαν τα χωριά και κάναν το παιδομάζωμα, ή τους Κατσαμπάσηδες που μαζεύαν το χαράτσι. Ένας ξένος φαντάζει πάντα σε μια παρουσία επικίντυνη, ύποπτη, και πρέπει γρήγορα να μάθουν ποιος είναι, τι σκοπούς έχει και να λάβουν τα μέτρα τους. Πρέπει να περάσει λίγο διάστημα, κάποτε δευτερόλεπτα, κάποτε μέρες, για να νικηθεί ο προγονικός τρόμος και ν’ ανοίξει η καρδιά του χωριάτη».

(1119)