Bρισκόμαστε στην Αθήνα, την άνοιξη του 1967. Ο κίνδυνος επερχόμενου στρατιωτικού πραξικοπήματος γινόταν όλο και πιο έντονος. Ο Μίκης Θεοδωράκης βλέποντας την αδράνεια της Αριστεράς, με πρωτοβουλία του καλεί τους Λαμπράκηδες να συγκεντρωθούν στις 21 Απριλίου ώστε να συζητήσουν και να αποφασίσουν τις επόμενες ενέργειές τους, οι οποίες θα πρέπει να είναι μελετημένες και προσεγμένες.

Την περίοδο αυτή ο Θεοδωράκης έχει μόλις τελειώσει την ηχογράφηση των τραγουδιών του δίσκου «Θαλασσινά φεγγάρια» με ερμηνευτές την Βίκυ Μοσχολιού και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Παράλληλα, ετοιμάζει τον νέο του δίσκο «Romancero Gitano» του Federico García Lorca σε ελεύθερη απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη, αλλά και έναν κύκλο τραγουδιών του Μάνου Ελευθερίου με τίτλο «Λαϊκά».

Το ιστορικό
Στο πραξικόπημα των Συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου 1967 ο λαός αιφνιδιάστηκε και παρέλυσε η χώρα. Όπως είναι φυσικό ματαιώθηκε κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα του συνθέτη. Ακολούθησαν αμέτρητες συλλήψεις και διώξεις αριστερών πολιτών, πολιτικών και διαφόρων στελεχών κομμάτων. Ο Θεοδωράκης δύο ημέρες μετά το πραξικόπημα, και αφού κατάφερε να διαφύγει τη σύλληψη, θεωρεί χρέος του να απευθύνει μία έκκληση αντίστασης σκεπτόμενος ότι πρέπει να υπάρξει μία φωνή μέσα στο μεγάλο πανικό που είχε δημιουργηθεί. Μία φωνή που θα δώσει θάρρος στο λαό και θα απειλήσει τη δικτατορία ακόμα και με θάνατο. Έτσι, στις 23 Απριλίου έγραψε ένα μήνυμα καλώντας όλους τους Έλληνες να ενωθούν για να μπορέσουν να οργανωθούν, ώστε να απομονώσουν και να διώξουν τη χούντα. Το κείμενο αυτό μοιράστηκε σε χιλιάδες σπίτια1. Το Μάιο του 1967 ιδρύει με εισήγηση δική του την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το ΠΑΜ (Πατριωτικό Μέτωπο) και εκλέγεται πρόεδρός του. Στόχος του ΠΑΜ ήταν, φυσικά, η ανατροπή της χούντας και η αποκατάσταση της ελευθερίας.
Παράλληλα, η χούντα επέβαλε σκληρή λογοκρισία στους στίχους κάθε τραγουδιού που θεωρείτο ότι είχε κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο, ενώ στις 11 Ιουνίου απαγόρεψε τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη με ειδική διαταγή του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Στρατηγού Οδυσσέα Αγγελή. Απαγορεύτηκαν όλες οι ραδιοφωνικές μεταδόσεις των τραγουδιών του, η κυκλοφορία των δίσκων του, κάθε είδους εκτέλεση, ακόμα και ακρόαση. Όσοι τραγουδούν Θεοδωράκη, οδηγούνται σε έκτακτα στρατοδικεία2.
Έτσι, ο Μίκης Θεοδωράκης, πρωταγωνιστής των εξελίξεων της περιόδου αυτής, έγινε ο κύριος στόχος της χούντας, αναγκαζόμενος να κρύβεται σε διάφορα σπίτια, όπως ένας φυγάς. Οι μέρες αυτές ήταν σκληρές για τον ίδιο, αλλά και για την οικογένειά του. Σχεδόν αδυνατούσε να βρει φιλόξενο σπίτι για να σωθεί από τους στρατιωτικούς και την αστυνομία. Ο κόσμος φοβόταν να τον φιλοξενήσει. Οι άνθρωποι της ασφάλειας τον αναζητούσαν για καιρό, ώσπου τελικά, τέσσερις μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα, στις 21 Αυγούστου του 1967, τον συνέλαβαν σε ένα σπίτι-καταφύγιο στο Χαϊδάρι.
Οι ασφαλίτες τον έβγαλαν γυμνό από το σπίτι (λόγω σωματικής έρευνας) και τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο, οδηγώντας τον στο “σφαγείο”… στα κρατητήρια (κολαστήρια σωστότερα) της Γενικής Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας. Εκεί, σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης και στυγνών βασανισμών, κυριολεκτικά περιμένοντας την ώρα που θα τον εκτελέσουν, συνθέτει ένα σπουδαίο έργο: «Ο Ήλιος και ο Χρόνος». Το συνέθεσε σε ένα κομμάτι χαρτί που του φέρανε μετά από πολλές ημέρες απομόνωσης στο κελί του και αποτελεί μια κραυγή ελπίδας για τη ζωή. Ένα έργο για τη Ζωή και το Θάνατο.

Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος, Μαργαρίτα... Στην Ζάτουνα μπροστά στο καφενείο του Τέρρη. 1968
Μίκης Θεοδωράκης, Γιώργος, Μαργαρίτα… Στην Ζάτουνα μπροστά στο καφενείο του Τέρρη. 1968

Οι φρικτές στιγμές που ζούσε μέσα στα κρατητήρια και η καθυστέρηση της δίκης του τον οδήγησαν σε μια μεγάλη απεργία πείνας. Έπειτα από μερικές ημέρες μετεφέρθηκε στο νοσοκομείο των φυλακών Αβέρωφ και από εκεί εγκλείστηκε κατευθείαν στις φυλακές Αβέρωφ, στην λεωφόρο Αλεξάνδρας απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Στις φυλακές Αβέρωφ οι συνθήκες κράτησης ήταν πιο ανθρώπινες σε σχέση με την Ασφάλεια στην οδό Μπουμπουλίνας. Στην περίοδο αυτή, μεταξύ άλλων, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με τη Ρένα Χατζηδάκη (Μαρίνα). Έπειτα από ισχυρές διεθνείς πιέσεις, οι στρατιωτικοί δικτάτορες αναγκάστηκαν και απελευθέρωσαν τον Θεοδωράκη από τις φυλακές Αβέρωφ. Το Μάρτιο του 1968 η χούντα τον αφήνει ελεύθερο με αρκετές όμως ομάδες αστυνομικών να παρακολουθούν την κάθε του κίνηση. Την περίοδο αυτή ο ίδιος ζει στο σπίτι του στο Βραχάτι Κορινθίας κάνοντας συχνές επισκέψεις στην Αθήνα. Τον Αύγουστο του 1968 οι δικτάτορες αποφασίζουν να τον θέσουν σε κατ’ οίκον περιορισμό στο σπίτι του στο Βραχάτι, έπειτα από κάποιες δηλώσεις του κατά της χούντας. Πλέον δεν έχει το δικαίωμα να βγει από το σπίτι του αλλά ούτε και να δεχτεί επισκέψεις.
Η περίοδος αυτή αποδεικνύεται πολύ δημιουργική για τον ίδιο καθώς συνθέτει αρκετά σπουδαία έργα, όπως τα «Τραγούδια του Ανδρέα», τα «Επιφάνεια-Αβέρωφ» σε ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, τη «Νύχτα Θανάτου» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Παράλληλα, ολοκληρώνει τον κύκλο τραγουδιών «Λαϊκά», πάλι σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, και τέλος συνθέτει το πολύ σπουδαίο έργο «Κατάσταση Πολιορκίας» σε ποίηση της Ρένας Χατζηδάκη.

Ορισμένες ανησυχίες όμως των χουντικών για πιθανή απόδρασή του στο εξωτερικό, οδήγησαν τους δικτάτορες να πάρουν νέες, πιο σκληρές αποφάσεις. Ο Μίκης έπρεπε να εξοριστεί σε πιο “ασφαλές” μέρος.
Τότε δόθηκε η εντολή να βρεθεί το πιο απομακρυσμένο σημείο και να τον απομονώσουν εκεί αμέσως. Στις 21 Αυγούστου 1968 μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο κέντρο της Πελοποννήσου, στο ερημικό ορεινό χωριό της Αρκαδίας, τη Ζάτουνα, κοντά στη Δημητσάνα, στο οποίο κατοικούσαν περίπου 20 οικογένειες. Η Ζάτουνα, εκτός του ότι ήταν αρκετά ερημικό χωριό, είχε και τη φήμη ότι ήταν αντικομμουνιστικό. Έτσι, εξόριστος στη Ζάτουνα, σε κατ’ οίκον περιορισμό, ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε κανένα δικαίωμα ως πολίτης.

Τη φύλαξη του Μίκη Θεοδωράκη ανέλαβε μια ολόκληρη διμοιρία χωροφυλάκων, οι οποίοι περιπολούσαν το σπίτι και ολόκληρο το χωριό, σε εικοσιτετράωρη βάση. Ο ίδιος είχε το δικαίωμα να κυκλοφορήσει στο χωριό μόνο για τέσσερις ώρες την ημέρα, με συνοδεία δύο αστυνομικών και ήταν υποχρεωμένος να παρουσιάζεται δύο φορές την ημέρα στο αστυνομικό τμήμα. Οι χωροφύλακες είχαν εντολές να μην επιτρέπουν την επικοινωνία του Θεοδωράκη με τον έξω κόσμο. Βρισκόταν σε πλήρη απομόνωση. Η γυναίκα και τα παιδιά του υποβάλλονταν σε έρευνες κάθε φορά που έβγαιναν και ξαναέμπαιναν στο χωριό. Κατά διαστήματα οι χωροφύλακες λάμβαναν νέες διαταγές για αιφνίδιες έρευνες μέσα στο σπίτι. Οι διαταγές αυτές για αιφνίδιες έρευνες κύριο σκοπό τους είχανε περισσότερο να αναστατώσουν παρά να ερευνήσουν για οτιδήποτε απαγορευμένο.
Τον πρώτο καιρό δεν του επέτρεπαν να έχει και να διαβάζει βιβλία και περιοδικά. Δεν επέτρεπαν, επίσης, να έχει κάποια αλληλογραφία, ενώ απαγορευόταν ακόμα και οι ίδιοι οι χωροφύλακες να του μιλάνε. Αλλά καθώς ήταν κι αυτοί “εξόριστοι” κι απομονωμένοι μαζί με τον ίδιο, με τον καιρό άρχισαν να τον συμπαθούν, αλλά και να εξοικειώνονται με τη μουσική του. Στην ουσία, έγιναν το πρώτο ακροατήριο των τραγουδιών από τις «Αρκαδίες» που συνέθετε ο Θεοδωράκης στο πιάνο. Όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, οι ίδιοι οι χωροφύλακες του ζήταγαν να παίξει τα τραγούδια του.
Τέλη του Οκτώβρη του 1969, και με σκοπό την πιο σκληρή απομόνωσή του, μεταφέρεται δέσμιος στις φυλακές του στρατοπέδου του Ωρωπού. Τελικά, την άνοιξη του 1970 η δικτατορία του επέτρεψε να φύγει από την Ελλάδα, μετά από γαλλική παρέμβαση και από πολλά διαβήματα αλληλεγγύης με πρωτοβουλία πολλών προσωπικοτήτων από πάρα πολλές χώρες. Με αυτό τον τρόπο ο Θεοδωράκης εξορίζεται στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1970, αλλά η χούντα κρατά την οικογένειά του στην Ελλάδα.
Όλο αυτό το διάστημα των περιπετειών του στην εξορία και στις φυλακές, ο Μίκης Θεοδωράκης δε σταμάτησε ούτε μια στιγμή να συνθέτει μουσική και να παράγει έργο.

Η περίοδος της εξορίας του Θεοδωράκη στη Ζάτουνα ήταν από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής του συνθέτη, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος: “Το πέρασμά μου από τη Ζάτουνα ήταν γεμάτο… μουσική. Πράγματι το έργο που έκανα τότε κατέχει μια ιδιαίτερη θέση μέσα στο σύνολο της
μουσικής μου4”.

Αρκαδία Ι
Στη Ζάτουνα, παρόλα τα αυστηρά μέτρα περιορισμού του Μίκη Θεοδωράκη, του επέτρεψαν να έχει το πιάνο του. Αυτό ήταν και το πρώτο πράγμα που έφερε στο μικρό δωματιάκι που ονόμαζε νέο “σπίτι” του και θα “φιλοξενούσε” τον ίδιο, τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους. Παρόλα αυτά, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, τους τέσσερις πρώτους μήνες, σχεδόν δεν άγγιζε το πιάνο. Ο κλοιός γύρω του ήταν ασφυκτικός. Τα μέτρα ηλίθια. Το να παίζεις τη μουσική του “κομμουνιστή Θεοδωράκη” ήταν αδίκημα που τιμωρούταν με βάση το Στρατιωτικό Νόμο, οπότε η ποινή της πολύχρονης φυλάκισης θα ήταν πολύ σκληρότερη από την ποινή της εξορίας. Σύντομα όμως ξεπέρασε τους φόβους του. Άρχισε να παίζει στο πιάνο τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Έπειτα είχε την ιδέα, να συνθέσει νέα δικά του τραγούδια, λέγοντας στον κόσμο ότι είναι τραγούδια του Χατζιδάκι. Για να το πιστέψουν, έβαλε σε τραγούδια του μικρά στιχάκια και μελωδίες από τραγούδια του Χατζιδάκι, π.χ. “Εκεί ψηλά στον Υμηττό” κ.α.
Οι καθημερινές συνθήκες διαβίωσής του, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ζούσε ο Μίκης Θεοδωράκης στην Ζάτουνα, τον ενέπνευσαν να γράψει τον πρώτο κύκλο τραγουδιών, που θα ονομάσει «Αρκαδία Ι».
Από τα βουνά της Ζάτουνας εμπνεύστηκε γράφοντας το πρώτο ποίημα και έπειτα τραγούδι. Ο λόγος του απόλυτα ποιητικός:

“Ω, Βουνά πανάρχαια, της Αρκαδίας βουνά,
Βουνά περήφανα, βουνά ανυπόταχτα, τίμια βουνά…”


Ολόκληρη η Ελλάδα είχε σκύψει το κεφάλι σε μερικούς παρανοϊκούς. Υπήρχαν στιγμές που έχανε την ελπίδα του για βοήθεια από τον κόσμο και από την απελπισία του έστρεφε τις ελπίδες του… στα έλατα:

“κι εγώ δεμένος κοιτάζω τα έλατα άλλη ελπίδα δεν έχω από τα δέντρα.”


Η βίαιη κακοποίηση του εννιάχρονου γιου του Γιώργου από τους χωροφύλακες ήταν η αφορμή για τη σύνθεση του ποιήματος:

“Ο γιος μου είναι εννιά χρονών εννιά χειμώνες εννιά καλοκαίρια
του βάλαμε στο βλέμμα κεραυνό τις θάλασσες κρατά στα δυο του χέρια.
Τα χέρια του τα σήκωσαν ψηλά την πλάτη του κολλήσανε στον τοίχο
μετράνε της ανάσας του τον ήχο κι ανασκαλεύουν τη μικρή του την καρδιά.”


Ενώ οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε περιγράφονται γλαφυρά:

“Να ζούσαμε σε γκέτο εβραϊκό γύρω Γερμανούς φρουρούς θηρία
Ζάτουνα, χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ την τρίτη μου περνάμε εξορία”


Αρκαδία ΙΙ & III

Την ίδια περίοδο, κάτω από την πίεση της χούντας, ο Μάνος Ελευθερίου, θέλοντας να δώσει το στίγμα της εποχής εκείνης, έγραψε μία σειρά τραγουδιών. Αρχικά τα τραγούδια αυτά δεν προορίζονταν για τον Θεοδωράκη, αφού ο ίδιος ήταν απομονωμένος και χαμένος στη Ζάτουνα. Οι στίχοι του, όμως, δεν κατάφεραν να μελοποιηθούν από κανένα συνθέτη, αφού καμία εταιρία δεν έβγαζε αυτά τα τραγούδια. Έτσι, ύστερα από τρεις – τέσσερις μήνες και αφού τελειοποίησε τους στίχους του, αποφάσισε ότι ο Μίκης Θεοδωράκης είναι η μόνη λύση.
Παράλληλα, ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Γυναίκα» στην Παναγία, τη μάνα του Χριστού, ήταν η αφορμή για να γράψει ο Μάνος Ελευθερίου μία ακόμα συλλογή τραγουδιών στο ίδιο θέμα, που ο ίδιος την ονομάζει «Τα τραγούδια για τη μάνα και τους φίλους».
Έπειτα από κάποιους μήνες στέλνει τα τραγούδια και από τις δύο συλλογές στο Μίκη στη Ζάτουνα. Χρειάστηκε να στηθεί ολόκληρη επιχείρηση ώστε να φτάσουνε με μυστικό τρόπο στα χέρια του Θεοδωράκη οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου. Χωρίς να χαθεί ούτε λεπτό, ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί μέσα σε λίγες μέρες τους στίχους και τους δίνει τον τίτλο «Αρκαδία II» και «Αρκαδία IIΙ». Ο ίδιος ο Θεοδωράκης αναφέρεται για το “Χρησμό” του Μάνου Ελευθερίου, από την «Αρκαδία ΙΙ»: “Είναι, από τα πιο σπαρακτικά τραγούδια μου, το πιο αγαπημένο”. Το πιο γνωστό όμως τραγούδι της «Αρκαδίας IIΙ», είναι το χασάπικο “Μέσα σε κήπο κάθισα”, το οποίο είναι ένα συμβολικό τραγούδι στο οποίο ο Μάνος Ελευθερίου παρομοιάζει την Ελλάδα σαν έναν όμορφο κήπο στον οποίο καθόταν ελεύθερος ο ίδιος με την παρέα του. Όλα αυτά όμως αλλάξανε με το νέο καθεστώς της δικτατορίας και πλέον “ο κήπος χάθηκε”. Σπουδαίο τραγούδι όμως είναι και το ζεϊμπέκικο “Του χάρου η μάνα”. Στο ποίημα αυτό, όταν “του χάρου η μάνα” ζητάει βοήθεια από την Παναγία, αυτή την αγνοεί καθώς “κεντάει πουλιά σε μαρμαρένια βρύση”. Η αίτηση για βοήθεια στην Παναγιά έπεσε στο κενό.
Να σημειωθεί οτι το “Του χάρου η μάνα” μαζί με το “Μάνα, το μάννα τ’ ουρανού” είναι τα μοναδικά ζεϊμπέκικα απ’ όλους τους κύκλους των Αρκαδίων και ο ίδιος τα χαρακτηρίζει ως «τα ζεϊμπέκικα της Ζάτουνας».

Αρκαδία IV
Η αγάπη του Μίκη για τους κλασικούς Έλληνες ποιητές ήταν έκδηλη από τα παιδικά του χρόνια, όταν μελοποιούσε ποιήματα από τα σχολικά του βιβλία. Για να ισχυροποιήσει το αντιδικτατορικό φρόνημα και ξεσηκώσει τους όποιους απαθείς Έλληνες καταφεύγει στην ποίηση του Ανδρέα Κάλβου. Μελοποιεί αποσπάσματα από τις Ωδές του, που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1826 με τον τίτλο “Τα λυρικά”.

“Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία”
από την ωδή “Εις Σάμον”

 

“Tης θαλάσσης καλύτερα φουσκωμένα τα κύματα ‘να πνίξουν την πατρίδα μου ωσάν απελπισμένην έρημον βάρκαν”
από την ωδή “Aι Ευχαί”
“Πώς, πώς της ταλαιπώρου πατρίδος δεν πασχίζετε ‘να σώσητε τον στέφανον από τα χέρια ανόσια ληστών τοσούτων;”
από την ωδή “Tα Ηφαίστια”


Αρκαδία V
Μετά τα ποιήματα του Ανδρέα Κάλβου, ο Μίκης Θεοδωράκης αποφάσισε να μελοποιήσει το δημοφιλέστερο ίσως αντιστασιακό ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, με σκοπό να αφυπνίσει τον κόσμο σε περίοδο “εθνικής ύπνωσης”. Το «Πνευματικό Εμβατήριο» το οποίο γράφτηκε από το Σικελιανό το 1948 την περίοδο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου με νωπές ακόμα τις μνήμες της ναζιστικής κατοχής, μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη και ενέπνευσε τους Έλληνες τον καιρό της δικτατορίας δίνοντας τους την δύναμη να παλέψουν μία ακόμα φορά για την ελευθερία και για τη δικαιοσύνη.
“Εμπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα” ήταν το “σύνθημα” που μετέφερε ο Θεοδωράκης στους Έλληνες μέσα από τα λόγια του Άγγελου Σικελιανού.
Εδώ έγκειται η μουσική ιδιοφυία του Μίκη Θεοδωράκη. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας μουσικός που συνέθεσε τραγούδια βασισμένα στην σύγχρονη Ελληνική ποίηση. Η ποίηση ένιωθε να τον καλεί και ο ίδιος κατάφερε να βγάλει την μουσική της ποίησης μέσα από το λόγο και να την κάνει νότες. Το αποτέλεσμα ήταν η σύγχρονη ποίηση να περάσει στον απλό Έλληνα, στο λαό. Το λαϊκό ορατόριο «Πνευματικό Εμβατήριο», το οποίο ανήκει στα Μετασυμφωνικά έργα του συνθέτη, είναι ίσως ο πιο γνωστός κύκλος από τις «Αρκαδίες» και μαζί με το «Άξιον Εστί», είναι έργα που ο ίδιος ο συνθέτης αποκαλεί “έργα-σύμβολα” της προσπάθειάς του για την παλλαϊκή κατάκτηση του έντεχνου.

Μετασυμφωνική Μουσική & Τραγούδι – Ποταμός
Από τα πρώτα δείγματα μουσικής σύνθεσης του Θεοδωράκη παρατηρούμε πόσο πολύπλευρος, δημιουργικός, αλλά και καινοτόμος συνθέτης είναι. Μία από τις καινοτομίες στην ελληνική μουσική πραγματικότητα που εισήγαγε ο Μίκης Θεοδωράκης, είναι η λεγόμενη “Μετασυμφωνική Μουσική” αλλά και το “Τραγούδι-ποταμός”.
Στη Ζάτουνα. θεμελιώνει θεωρητικά τη “Μετασυμφωνική Μουσική” και ολοκληρώνει τα πρώτα τραγούδια τα οποία ο ίδιος ονομάζει “Τραγούδια – Ποταμός”. Στην πρωτότυπη αυτή φόρμα εντάσσονται τα έργα Αρκαδία VI, VII και VIII. Τα τραγούδια αυτά, εξαίσια “χημεία” ποιητικού λόγου και μουσικής, γεννήθηκαν τον Απρίλιο – Ιούλιο του 1969.
Η νέα αυτή φόρμα ορίζεται από τη δύναμη και τις ανάγκες του κειμένου. Τα τραγούδια-ποταμοί μορφολογικά διαφέρουν από το κλασσικό τραγούδι γιατί δε βασίζονται στην εναλλαγή ρεφρέν και κουπλέ στους στίχους ούτε στη μουσική. Η φωνή του τραγουδιστή, με τον κυρίαρχο στίχο, κυλά παρασύροντας τη μουσική διαρκώς χωρίς επαναλήψεις. Η μελωδική γραμμή δεν ανακυκλώνεται, αλλά αναπαράγεται καθώς μεταφέρει την ατμόσφαιρα τού ποιητικού κειμένου. Το κείμενο όπως και η μουσική τρέχει σαν ποταμός. Το «τραγούδι-ποταμός» εντάσσεται στην κατηγορία των μετασυμφωνικών έργων του συνθέτη.

Αρκαδία VΙ
Απομονωμένος στη Ζάτουνα ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει πολιτικά και θεωρητικά κείμενα, μουσική και ποιήματα. “To Θούριο” και “Στον Άγνωστο Ποιητή”, στην «Αρκαδία VI», είναι μια κραυγή προς το ελληνικό πνεύμα, όπως εκφράστηκε από τους μεγάλους ποιητές Ρήγα Φεραίο, Διονύσιο Σολωμό, Ανδρέα Κάλβο, Κωστή Παλαμά, Νίκο Καζαντζάκη, Άγγελο Σικελιανό.5 Τα ποιήματα αυτά, κατά τον ίδιο, σηματοδοτούν με τον καλύτερο τρόπο το πέρασμά του από τη Ζάτουνα.

Αρκαδία VII
Ο “Επιζών” σε ποίηση του Τάκη Σινόπουλου, ήταν ένα μεγάλο (μακρύ) ποίημα το οποίο άγγιξε το Μίκη Θεοδωράκη από την πρώτη στιγμή. Ήταν μία κραυγή αγωνίας για τον άνθρωπο με αβέβαιο μέλλον. Όπως στην «Κατάσταση Πολιορκίας», έτσι κι εδώ, ο συνθέτης θεώρησε επιβεβλημένη τη μελοποίηση του ποιήματος του Σινόπουλου με βάση τη συνεχή ροή του λόγου και τη μετασυμφωνική του ενορχήστρωση. Έτσι ο “Επιζών” αποτέλεσε ένα ακόμη “τραγούδι-ποταμό”, το οποίο όμως είναι από τα πλέον ξεχασμένα. Η δύναμη του τραγουδιού, όμως, καθηλώνει τον ακροατή από την πρώτη ακρόαση του.

Αρκαδία VIII
Μία στιγμή που περίμενε χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν η στιγμή που θα μελοποιούσε στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη. Στις 29 Ιουλίου του 1969, ημέρα γενεθλίων του ίδιου, αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα. Τα ποιήματα “Χάρης” και “Μιλώ” μιλούν για την Εθνική Αντίσταση και για τον Εμφύλιο Πόλεμο αντίστοιχα. Αποτελούν μάθημα ιστορίας για τη νέα γενιά στην οποία απευθυνόταν, κυρίως, ο Μίκης Θεοδωράκης. Η γλώσσα του Αναγνωστάκη ωμή, σκληρή και γλαφυρή. Σπάει κόκαλα. Παρόλη τη σκληρή γλώσσα του Αναγνωστάκη και τη σπαρακτική μουσική του Μίκη, η «Αρκαδία VIII» και κυρίως ο “Χάρης” ήταν τραγούδια που οι κάτοικοι της Ζάτουνας και ορισμένοι χωροφύλακες του Θεοδωράκη του ζητούσαν να
παίζει συχνά στο πιάνο. Δεν ήταν τυχαίο αυτό.

Αρκαδία IX
Συναντώντας τυχαία το ποίημα του Κώστα Καλαντζή “Η μητέρα του εξόριστου” και έχοντας στη σκέψη του τη δική του μητέρα, θεώρησε αυτό το ποίημα ιδανικό μήνυμα προς τη μητέρα του. Δεν άργησε να το μελοποιήσει και με μια πρόχειρη ηχογράφηση του τραγουδιού με τη φωνή του ίδιου μεταδόθηκε το 1970 από ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας, όταν ο ίδιος βρισκόταν πλέον στις φυλακές του Ωρωπού. Παρόλα αυτά έως και σήμερα
δισκογραφικά παραμένει ανέκδοτο.

Αρκαδία X
Τέλη του Σεπτεμβρίου του 1969 οι συνθήκες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του είχαν αρχίσει να τους δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα. Λόγω αυτών των προβλημάτων ψυχικής υγείας, ιδίως του γιου του Γιώργου, ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης ζήτησε να μεταφερθεί η οικογένειά του στην Αθήνα παίρνοντας την απόφαση να περάσει τον χειμώνα μόνος του στη Ζάτουνα.
Λίγες ημέρες μετά, εγκρίθηκε η μεταφορά της οικογένειάς του από τη Ζάτουνα. Τη χαρά όμως της είδησης αυτής διαδέχτηκε ο φόβος και η ταραχή. Προτού φύγουν από τη Ζάτουνα, έφτασε διαταγή για εξονυχιστική έρευνα της γυναίκας του και των παιδιών του, που θα γινόταν στο σπίτι τους.
Την ημέρα της έρευνας η φρουρά στο σπίτι του Θεοδωράκη ενισχύθηκε. Ήταν προφανές ότι οι χωροφύλακες κάτι ετοίμαζαν. Οπλισμένοι με περίσσεια υπομονή δέχτηκαν τους χωροφύλακες μέσα στο σπίτι τους. Τον ίδιο τον περιόρισαν στον χώρο της κουζίνας, ενώ οι κραυγές της γυναίκας του και των παιδιών του φανέρωναν τις απάνθρωπες συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η σωματική έρευνα. Το κτήνος που υπέβαλε την αθώα του οικογένεια σε αυτό το βασανιστήριο έπρεπε να το πληρώσει. Σκέψεις για να τον σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια πέρασαν από το μυαλό του.
Ευτυχώς την κρίσιμη αυτή ώρα σκέφτηκε λογικά και αποφάσισε να τον σκοτώσει διαφορετικά. “Να σκοτώσω την τιμή του, την υπόληψή του. Να περνά αύριο στο δρόμο και να τον φτύνουν. Να μείνει το όνομά του πλάι στου Εφιάλτη.”, αναφέρει ο ίδιος.
Ο Κώστας Στεργίου ήταν ο υπομοίραρχος που ήταν υπεύθυνος για τις απάνθρωπες συνθήκες. Ο Βησιγότθος, όπως τον αποκαλεί ο ίδιος.
Κλεισμένος στην κουζίνα, λοιπόν, και καθώς τα βασανιστήρια και οι φωνές συνεχίζονται στο διπλανό δωμάτιο, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει ένα ποίημα για να προσβάλει την τιμή του Βησιγότθου. Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο σε μία χαρτοπετσέτα και είναι από τα πιο συγκινητικά ντοκουμέντα που περιλαμβάνει το Αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη, στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη». Το ίδιο βράδυ, γεμάτος μίσος και οργή, μελοποίησε το ποίημά του αυτό με τίτλο “Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου”. Μαζί με το δεύτερό του ποίημα “Είχα τρεις ζωές” αποτελούν συμβολικά τραγούδια αυτής της ηλίθιας και βίαιης δικτατορίας.
Αρκετά είναι τα τραγούδια που συντέθηκαν την περίοδο εκείνη και δείχνουν τον τρόμο των καταστάσεων που έζησε ο συνθέτης, όπως ο «Ήλιος και ο Χρόνος», η «Αρκαδία I», η «Αρκαδία X», κλπ. Κυρίως στα τραγούδια της «Αρκαδίας X», οι στίχοι ήταν το κυρίαρχο στοιχείο παρά η μελωδία. Η σύνθεσή τους δεν είχε σαν στόχο να γίνουν μέρος του ρεπερτορίου του συνθέτη. Στόχος τους ήταν να περιγράψουν τις εναλλαγές της ψυχολογικής κατάστασης του συνθέτη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της σύνθεσής τους.
Τα δύο τραγούδια της «Αρκαδίας Χ» πρωτοεκτελέστηκαν δημόσια σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο Μενίδι το 1975. Επίσης σύμφωνα με το ηχητικό αρχείο που υπάρχει στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» και περιλαμβάνει ανέκδοτες ηχογραφήσεις του Μίκη Θεοδωράκη, η «Αρκαδία Χ» ακούστηκε και στις συναυλίες της Θεσσαλονίκης στις 12 & 13/4/1975 καθώς και στη Ν. Σμύρνη στο γήπεδο του Πανιωνίου στις 12/6/1975.

Το τραγούδι “Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου” δε δισκογραφήθηκε ποτέ σε καμία εκτέλεση, ενώ το τραγούδι “Είχα τρεις ζωές” δισκογραφήθηκε για πρώτη φορά στο δίσκο «Άσματα» της Μαρίας Φαραντούρη που κυκλοφόρησε το 1998.

Αρκαδία XI
Η μεταφορά του Μίκη στις φυλακές του στρατοπέδου του Ωρωπού συνέπεσε χρονικά με την περίοδο που ο συνθέτης είχε αρχίσει να μελοποιεί το ποίημα «Ήλιε μου βγες» του Νότη Περγιάλη του κύκλου τραγουδιών «Αρκαδία XI». Η ατυχής αυτή χρονική σύμπτωση είχε σαν αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί ποτέ η σύνθεση της ενδέκατης Αρκαδίας. Δυστυχώς, τα προσχέδια που έχουν διασωθεί δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την ηχογράφηση των τραγουδιών και έτσι η «Αρκαδία ΧΙ» παραμένει ανολοκλήρωτη και δισκογραφικά ανέκδοτη.

Μερικοί στίχοι από τα αδισκογράφητα τραγούδια της Ζάτουνας
Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)

Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου / προέρχομαι από τους Βησιγότθους, / Οστρογότθους, Μαυρογότθους
Κατοικώ σε σπήλαια / λαξεύω ρόπαλα / πίνω νερό σε κρανία.
Επάγγελμά μου ο θάνατος.

Ομως προσωρινώς υπηρετώ / το μεγάλο Δράκο / που με έχει αποσπάσει στην Αρκαδία.
Πάνω απ’ το δέρμα μου / φορώ στολή
στους ώμους έχω αστέρια, / κρύβω το ρόπαλο επιμελώς / μέσα στη χλαίνη.

Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου / προέρχομαι από τους Μαμελούκους / Μαυρολούκους, Σουσουλούκους
είμαι διασταύρωση Νεάντερνταλ και λύκου.

Ομως σήμερα, προσωρινώς, / κυκλοφορώ με τζιπ, / τρομοκρατώ παιδιά και γυναίκες.

Εχω ειδικότητα στο ψάξιμο / ψάχνω ψυχές παιδιών
και σταλάζω το φόβο / επιβάλλω το Νόμο / το Νόμο του μεγάλου Δράκου
που μ’ έχει αποσπάσει προσωρινώς / στην Αρκαδία.

Μαρκ Μαρσώ (ποίηση Μίκη Θεοδωράκη)

Τι κι αν είμαι εξορία / να υπακούω στο φρουρό
έχω κάθε ελευθερία / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Τι κι αν είμαι φιμωμένος / να μουγκρίζω όσο μπορώ
είμαι κατοχυρωμένος / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Το ινστιτούτο Μπουμπουλίνας / ανεβάζει το ρυθμό
της Εθνικής Οικονομίας / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Σκλάβος, ρές, δούλος, παρίας / είδατε άλλο λαό
σκλάβο της ελευθερίας; / το είπε ο κύριος Μαρσώ

Σημείωση: Ειρωνικό ποίημα για τον Γάλλο δημοσιογράφο Μαρκ Μαρσώ, ο οποίος την περίοδο της Ελληνικής Χούντας, έγραψε άρθρο στην γαλλική Λε Μοντ, το οποίο ήταν στην ουσία ένα εγκώμιο προς το χουντικό καθεστώς, αποκαλώντας το μάλιστα “αισθητά δημοκρατικότερο από το προηγούμενο”. Τραγούδι γραμμένο στην Ζάτουνα, χωρίς όμως να μπει σε κάποια από τις Αρκαδίες. Παραμένει αδισκογράφητο.

 

Απ. Γιαννακίδης

www.e-orfeas.gr

(745)