Της Λίλυ Εξαρχοπούλου

Είμαι ένα όνομα, με λένε Τουρκολέκα. Παράξενο όνομα· έχει και το καλό του αυτό, όποιος τ’ ακούει το συγκρατεί.[…]

Παλιά ήμουνα χωριό. Ένα χωριό με όλα του: τους κατοίκους του, τις αρχές του, τους πολιτευτές του, την εκκλησία του, το μοναστήρι του, τα σχολεία του. Είχα τη γη μου, τα δένδρα μου, τους θάμνους μου, τα ζώα μου και τα θηρία μου, τα πετούμενα και τα ερπετά μου.[…]

Παλιά ήμουνα πράσινο χωριό. Ήτανε τότε που όλοι είχαμε χρώματα: τα δέντρα είχαν σκουροπράσινες φυλλωσιές, οι κορμοί τους ήταν καφετοί και οι θάμνοι χαλκοπράσινοι, άλλοτε σκουρότεροι, ανάλογα με την εποχή. Τα σπίτια είχαν ολόλευκους τοίχους που πριν από την Πασχαλιά όλοι τούς φρεσκάριζαν, τα παραθυρόφυλλα πολλοί τα είχαν πράσινα, τα παλαιά πέτρινα σπίτια τα βούρτσιζαν με ειδικές μπατανόβουρτσες και τους έκαναν επισκευές ώστε να μην ξεχωρίζουν από τα νεότερα που χτίστηκαν με την ίδια μέθοδο από Αλβανούς τεχνίτες. Οι πιο πολλοί όμως κάτοικοι μου δεν είχαν λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες: έκαναν το σχέδιο μόνοι, ανάλογα με το γούστο της κάθε εποχής, και ως έσχατη πολυτέλεια έβαζαν κοκκινωπά κεραμίδια. Κάθε κάτοικος είχε την αυλή του, μικρή η μεγάλη δεν έχει και τόση σημασία, τις γλάστρες του, τα λουλούδια του, το μποστάνι του.[…]

Έρχονταν οι ξενομερίτες τα τελευταία χρόνια, έβλεπαν που στη μέση του χωριού δεν υπήρχε πλατεία και παραπονιούνταν για την έλλειψη. Εμάς, πάλι, ποτέ δεν μας έλειψε· όλοι μαζί κατηφορίζαμε στον Νικηταρά, ένα πλάτωμα μεγάλο όπου τελευταία στήσαμε και το άγαλμα του πιο γνωστού τους τελευταίους δύο αιώνες τέκνου μας. Υπήρχαν κι άλλα που σφαγιάστηκαν σε τόπους μαχών, μακριά ή κοντύτερα στον τόπο τους, αλλά ο Νικηταράς ο Τουρκολέκας ή Τουρκολακιώτης είναι ο μοναδικός που έχει καταγράψει η επίσημη Ιστορία.

Έχω ένα θέμα με το όνομά μου. Τόσο το απεχθάνονται πολλοί, που αποφεύγουν να το αναγράψουν ακόμη και στους επίσημους χάρτες. Πολλοί γείτονές μου έχουν λιγότερους κατοίκους, μικρότερες εκτάσεις, πιο περιορισμένα χωράφια και ζωντανά. Το πρώτο συνδετικό του ονόματός μου τρέπει τους πάντες σε φυγή, όχι από ξενοφοβία ή εθνικισμό αλλά από την παμπάλαιη διαποτισμένη μνήμη που κυλά στις φλέβες μερικών συμπολιτών μας και δεν ξεριζώνεται ούτε απαλύνεται εύκολα από τις νεότερες πολιτικές. Δεν ξέρω αν έχουν δίκιο, ίσως συμφωνούσε ίσως διαφωνούσε ο παλιός Τουρκοφάγος μας, και σίγουρα θα γελούσε με το φόβο που γεννά το όνομά μου. «Τούρκο λάκα, λάκισε, βρε χαβάνια», θα τους κορόιδευε, «μάθατε να δουλεύετε με τα ετυμολογικά λεξικά και δεν συλλαμβάνετε ούτε το πιο εύκολο νόημα. Κάψανε το παλιό μας χωριό οι πασάδες της εποχής, ξεσπιτωθήκαμε και χτίσαμε τούτο εδώ με ένα όνομα αποτροπής, κατάρα σε κάθε ξένο εισβολέα., Τούρκο επονομαζόμενο». {…}

Έχω κι ένα πρόβλημα με τα χρώματα. Τώρα στα γεροντάματα προσβλήθηκα από αχρωματοψία. Όλα μαύρα και άραχλα ένα γύρο, κι εγώ στη μέση και ολόγυρα λαβωμένος από χέρι φονικό. Δεν αναγνωρίζω πια τη γη μου έτσι γκρίζα και άνυδρη που τη βλέπω, χωρίς ίχνος ζωής πάνω της. Όλο κροκάλες και βράχους, χωρίς ούτε ένα λουλούδι, ούτε έναν καρπό. Προσπαθώ να ημερέψω την ψυχή μου και ακούω βογγητά, γουργουρητά, βελάσματα, αλυχτίσματα. «Α, ρε Ολυμπία», λέω, «εσύ είσαι πιο διάσημη, κι έτσι, από τα πριν, σου πήρανε πολλά από τα ζώα σου και τα μεταφέρανε παραδίπλα, για να τα βλέπουν οι τουρίστες από μακριά και να μην ενοχλούνται. Βέβαια κι αυτά δεν γλυτώσανε, πέσανε υπέρ πατρίδος καμένης γης, για να δικαιώσουνε, θαρρείς, κάθε πολιτικό που κραυγάζει ότι παρέλαβε «καμένη γη». …

Από το διήγημα «Αρκαδικός εφιάλτης»

(171)