Μαγέρικο, δεν είναι, αφού, το μαγέρικο, άντε να ΄χει δυο τρεις κατσαρόλες φαγητό και κανά εντόσθιο…· δεν είναι ταβέρνα, όπως την ξέρουμε, εμείς, που, πάμε, βράδυ και την αράζουμε…· όμως, δεν είναι και η ταβέρνα, η, του παλιού καιρού, με σπυραλατισμένα πλατοκούκια και κρασί… Πολύ περισσότερο, δεν είναι κρασοπουλιό δηλ. να πουλάει, απλά, κρασί, σε κούπες και σε σπίτια…, όπως δεν είναι και από τα γνωστά… του «πάρε κι έλα»… Μήπως είναι, εξελιγμένο, οινομαγειρείον; Όχι· δεν είναι οινομαγειρείον αν και, απ΄ εδώ, δηλ. το οινομαγειρείο, πέρασε για να φτάσει εδώ που ΄ναι, σήμερα… Ασφαλώς, θα ‘ναι εστιατόριο… Μμμ… ίσως, ναι, ίσως, όχι…

Μα, τελοσπάντων, τι να ‘ναι, αυτό, το κατώι, στο κέντρο της Τριπολιτσάς;

Αυτό, είναι κάτι… ένα… “σαν εστιατόριο”! Ένα “σαν εστιατόριο” -όπως και αυτοαποκαλείται στην προμετωπίδα- που, τίποτα, δεν έχει να ζηλέψει, από τα λοιπά εστιατόρια, της Τριπολιτσάς και της Ελλάδας, γενικότερα, με τη διαφορά, ότι, αυτό το κοιτάζουμε «αφ΄ υψηλού»… πανοραμικά, που, λέμε…! Είναι ένα εστιατόριο, που, ακόμη, δεν θέλουμε, να το πιστέψουμε, ότι είναι έτσι, και το θεωρούμε, ακόμη, ταβέρνα και μαγέρικο, οινομαγειρείο και μισοκρασοπουλιό και μισοπαρεκέλα…

Είναι ένα αξιοπρεπές εστιατόριο, το μοναδικό, σε υπόγειο, στην πόλη μας, το μοναδικό σε υπόγειο στο Μοριά, κι ένα από τα δυο τρία ή ίσως το μοναδικό, στην Ελλάδα, στο είδος του και στον χώρο του δηλ. στην υπόγα, αφού, κι αν υπάρχουν τρία τέσσερα στον Ελληνικό χώρο, αυτά, άντε να σερβίρουν μπακαλιαράκια… κι όχι να ΄χουνε, καθημερινά, την πατροπαράδοτη γωνιά-κουζίνα, του παλιού οινομαγειρείου, με 15 το λιγότερο φαγητά και 20 το περισσότερο, σε κατσαρόλες, ταψιά, λαμαρίνες και τηγάνια!

Πολλοί έχουν υμνήσει την ταβέρνα… κι ανάμεσά τους, ο αισθησιακός, Κ. Βάρναλης, στους “Μοιραίους” του: «Μες στην υπόγεια την ταβέρνα, μεσ’ σε καπνούς και σε βρισιές…” που μελοποίησε, ο Μίκης…

Η φίρμα, της καταδικής μας, υπόγας, είναι «Το Παναρκαδικόν»… μεταπολεμική ονομασία και άστοχη… αφού όλοι το ‘λέγαν και το λένε με τ΄ όνομά του… ήτοι, προπολεμικά (από το 1926) και μεταπολεμικά μέχρι το 1957, «του Γαλιώτου», από ΄κει και μέχρι το ΄84 «του Ροϊνιώτη» και, σήμερα, να συνεχίζει «του Ροϊνιώτη» που, όμως, κινδυνεύει να ξεπεραστεί από «της Ελευθερίας»…!

Για τους παλιούς, δεν χρειάζεται, να δώσουμε αζιμούθιο, πού και ποιο είναι του Ροϊνιώτη…· για τους νέους, όμως, ναι· όπως και για τους υποτιθέμενους “κυριλέ”… και τους άλλους τους “σνομπ” τού “σιγά, μην πάω, εγώ, και φάω με τον αγωγιάτη ή τον μεροκαματιάρη ή τον τυχόντα περαστικό…”… Ποιος είσαι, εσύ, καημένε μου… Αζιμούθιο χρειάζεται να δώσουμε και για την κυρία, την “ψηλοκρατούσα”… ότι είναι η πρώτη υπόγα, αριστερά, κυρία μου, φεύγοντας από την Κεντρική πλ. για το Παζάρι…· άλλωστε, όσο “ψηλοκρατούσα να ‘σαι, κυρία μου, επειδή έχεις κι εσύ μύτη, πού θα πας, θα στη σπάσει το στιφάδο με το ξύδι ή η πατσιά “που νεκρούς ανασταίνουν”! Ε, ρε, σεις, ψευτοσοσιαλδημοκράτες, εδώ είναι η αληθινή Δημοκρατία! Εδώ, τρώνε αντάμα και τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, ο φουκαράς με τον μπουρζουά, ο Έλληνας με τον αλλοδαπό, ο οικογενειάρχης με το μοναχικό, η Ελένη από του Τζίβα με την Κάθριν από “Τσικάγο”, ο 80άρης με τον 20άρη, ο βιομήχανος με τον εργάτη, ο δάσκαλος με τον μαθητή του, ο φοιτητής με τον χαμάλη…

Τ΄ ότι είναι σε κατώι… είναι και θα συνεχίσει να είναι όσο κρατάει η άδεια στ΄ όνομα της οικογένειας, Ροϊνιώτη… αφού, με Νόμο, εδώ και χρόνια, δεν επιτρέπεται η λειτουργία, οποιασδήποτε επιχείρησης, σε υπόγειο, πολύ περισσότερο σε είδος εστίασης (εστιατόρια, ταβέρνες…) και καφενείου… και, πολύ σωστά, αφού, αυτά, έχουν άμεση σχέση με την υγεία του ανθρώπου…· ας φαντασθούμε, να λειτουργεί, εστιατόριο ή ταβέρνα, σε υπόγειο πολυκατοικίας… με τις γνωστές αποχετεύσεις και τα προβλήματά τους… Αυτό, κάνει και τη μοναδικότητα, «της υπόγας, της Ελευθερίας» στην Τριπολιτσά… στην  οποία, πόλη μας, όπως είπαμε, δεν λειτουργεί κάτι παρόμοιο, μα, ούτε και άλλου είδους επιχείρηση…· μοναδικότητα, αποδεδειγμένη, στην Πελ/νησο, στην Αττική, στην Ελλάδα!

Οι παλιοί, θα θυμούνται, ότι, η Τριπολιτσά, ανέκαθεν είχε  κατώγια… υπόγεια με πηγάδια… κυρίως, στο κέντρο της, πολλά, των οποίων, λειτουργούσαν, ως ταβέρνες-μαγέρικα… Στο είδος, αυτό, του οινομαγειρείου, θα θυμηθούμε, του Αντωνάκου στη Βασ. Γεωργίου Α΄ (κάτω από τα ποτοποιεία Αθανασιάδη και Ανδριανόπουλου μπακάλικο…), του Μητσανά –κι αργότερα, Δημ. Γαλιώτου– κάτω από το «Βιενέζικον» (γωνία Εθν. Αντίστασης και Μαλλιαροπούλου), των Αφών Κοτσιώνη στην οδό Μαντινείας (σήμερα, Κέννεντυ) έναντι φαρμακείου, Σωτηρόπουλου και Ιδιωτικής Τράπεζας  Μπακόπουλου-Σπορίδη, του Γιαννίτσα κάτω από τις καμάρες της Κεντρικής πλ. (κτίριο Βλάχου), του Αναστασόπουλου και του Μητρόπουλου, ολίγον υποδεέστερα σε γκάμα προσφερομένων, στην οδό Μαντινείας, το πρώτο δίπλα στον φούρνο, Τσουκαλά, και το δεύτερο, στη γωνία, που, επάνω, ήταν το υποδηματοποιείο, Γκλίνου, του Παπαδόπουλου (κάτω από το «Βυζάντιο» το καφενείο…), αργότερα, τα δυο, των Κλωνατζήδων, Καλομητσίνη και Σωτηρόπουλου -κυρίως το πρώτο που πουλούσε τόνους κρασί το χρόνο και 10άδες κοτόπουλα, καθημερινά, το εστιατόριο του ξενοδοχ. «Σεμίραμις» κάτω από το ξενοδοχείο (ημιυπόγειο), του Σπυρόπουλου στην Εθν. Αντίστασης, κάτω από του Σκανδάλη…, του Μελάκου Σταυρέλη, εκλεκτή χειμερινή ταβέρνα “τα Καλάμια” με ορχήστρα… όπισθεν του ναού Αγ. Βασιλείου… αλλά και των, Σταυρόπουλου-Γκανά, πριν πάει στο, πριν, “Βυζάντιο”, κάτω από το ζαχαροπλαστείο, “Αστόρια”, γωνία Εθν. Αντίστασης και Ισαάκ…

Ήτανε, τότε, προπολεμικά και μεταπολεμικά, υπόγεια-κατώγια, κάποια των οποίων συνέχιζαν να έχουν, ούτε καν ξερολιθιά, στους τοίχους τους, αλλά με χώμα· άλλα είχανε ξερολιθιά ασβεστωμένη και άλλα με πέτρα, χτιστή, αλλά και τα πολύ καλά μ΄ επιχρίσματα… Όλα, όμως, ανήκουν, στο παρελθόν, αφού τα κατάπιε, αφενός η εξέλιξη και αφετέρου ο θάνατος των αφεντικών τους! Αυτό, που, παραμένει, και λειτουργεί, καθημερινά, από τις 8.00 το πρωί μέχρι τις 10.00 το βράδυ…, με φουλ δουλειά 8:00 – 17:00… είναι, του Ροϊνιώτη ή, καλύτερα, της Ελευθερίας Ροϊνιώτη, που λειτουργεί, άψογα, με απόλυτη καθαριότητα και σέρβις, με ποιότητα φαγητών αφού συνεχίζει, παραδοσιακά, με τις πατροπαράδοτες συνταγές τους πατέρα της και του μπάρμπα της αλλά και μέσα στο σύγχρονο πνεύμα -το περιβάλλον κλιματίζεται!

Η οδός Ουάσινγκτον, δεν λεγόταν, έτσι, παλιά… αλλά, Υφαίστου, και πολύ σωστά, αφού, ο Ύφαιστος, ήταν ο θεός της  φωτιάς και του σιδήρου, τα δυο χαρακτηριστικά της σημερινής και αλλοτινής οδού, μιας και από τη συμβολή των οδών, Ταξιαρχών, Αγ. Δημητρίου και Υφαίστου, άρχιζαν τα Γύφτικα, μέχρι, λίγο, πριν, το Παζάρι… Ήτανε μικρά μαγαζάκια, ανώγεια και υπόγεια, με πολλή στενή πρόσοψη και μεγάλο βάθος, στα οποία,  ολημερίς, έβλεπες ανθρώπους μαυρισμένους από την καπνιά του κάρβουνου και της φωτιάς του καμινιού… ανθρώπους, που, ολημερίς, χτυπούσανε το πυρωμένο σίδερο στ΄ αμόνι για να του δώσουνε σχήμα και ψυχή!

Για την εξυπηρέτηση, αυτών των ανθρώπων, και για το κολατσιό τους, λειτουργούσανε αρκετές ταβέρνες, στα υπόγεια της οδού, με σήμα κατατεθέν, τη φουφού, που την τοποθετούσανε στο κεφαλόσκαλο ή στην άκρη του δρόμου και, στα κάρβουνα της, έψηναν κανά συκωτάκι, κανάν καρύτζαυλο, τίποτ’ άντερα και κωλάντερα… Περισσότερο, στύλωναν τους «πολεμιστές του Υφαίστου» με καμιά κούπα κρασί, φιλερίσιο ανάμικτο με Κυπαρισίας ή Μούντριζας…

Η οδός Υφαίστου, από την πλ. Κεντρική μέχρι του Ηλιόπουλου, το φαρμακείο (διασταύρωση με Ταξιαρχών και Αγ. Δημητρίου), δεν είχε Γύφτικα… αλλ’ εμπορικά καταστήματα, κυρίως, παντός είδους ψιλικών αλλά και σιγαρέτων…: Γεωργαντά, Αλεξόπουλου, Λέτρου, Πλατανίτη (αυτά ήταν ψιλικατζίδικα και ζαχαροπλαστεία), Κυριακόπουλου (σιδερικά-χρώματα), Καραβασίλη (δέρματα), Σεβδαλή (μπαούλα…), Κέκκου και Παναγόπουλου (μπακάλικα)… με το σχεδόν πολυτελές εστιατόριο, Μπάρκα…

Ήταν μια ωραία γειτονιά, αυτή, στην αρχή, της οποίας, οδού, δεξιά κι αριστερά, στάλιζαν, τα Σάββατα, χωρικοί και χωρικές, πουλώντας κοκόρια και κότες, πιτσούνια κι αυγά στ΄ άχυρα μέσα στα κοφινάκια.. αλλά και τυρί (μια σκληρή φέτα σαν στούμπος) μέσα σε τουλπάνι… Ήταν ωραία γειτονιά, με τα καρεκλάδικα και τα τσαγκαράδικα…· κι ήταν ωραία γιατ΄ είχε μπριόζους ανθρώπους, καλοσυνάτους και χιουμορίστες… όπως ήτανε η οικογ. Αλεξόπουλου με τον Μήτσο, τον Κώστα, το Γιάννη… γειτονιά με τις πλάκες και τα πειράγματα… εφαπτόμενη με την Κεντρική πλ., την Πλατεία της πρωινής βόλτας των μεροκαματιάρηδων, την πλατεία των αμαξάδων κι αργότερα των Ταξιτζήδων, των πρακτορείων εφημερίδων, του Λάχανη και του Καραβία…

Από το γειτονικό Περιθώρι, το 1926, ήρθε νεαρός, ο Κώστας  Γαλιώτος «που ΄βλεπε μακριά…», με τον αδελφό του, Γιώργο, και νοίκιασαν το υπόγειο, για μαγέρικο, απευθείας, για να μπει, μετά δυο χρόνια, και μετά τον πρόωρο θάνατο, του Γιώργου, στην επιχείρηση, και ο Γιάννης Ροϊνιώτης, Μερκοβουνιώτης, με ρίζες από το Ροεινό, εξ’ ού και Ροϊνιώτης… ο οποίος, το 1929 παντρεύτηκε την αδελφή, του Γαλιώτου… Σωστή κι έξυπνη κίνηση αφού, ο αφαλός της πόλης, ήτανε η Κεντρική πλ. και ο, πλέον, πολυβάδιστος δρόμος μ΄ ένα σωρό μαγαζιά και μηχανουργεία, η Υφαίστου!  Άνοιξε, οινομαγειρείο, στο υπόγειο… όπως συνηθιζότανε τότε· ένα υπόγειο που ήτανε πολύ μεγάλο κι έβγαινε στα Γκιοσάδικα…! Θα φαντασθούμε, το χώρο της σημερινής κουζίνας, να γέμει βαγενιών, μεγάλων και μικρών… σε μπότσες μετρούμενα…, το χώρο (δίπλα) να είναι η κουζίνα και, μέχρι του Γεωργαντά, η αίθουσα…!

Λίγο, πριν, τον πόλεμο, νοίκιασαν και το ανώγειο και το λειτούργησαν, ως μπακάλικο, μέχρι τα μέσα της 10ετίας του ΄50 φροντίζοντας, αμέσως, μετά τον πόλεμο, ν΄ αγοράσουν το ακίνητο…!

Τα παιδιά, του Κ. Γαλιώτου, είναι ο φίλος μου ο Χρήστος (Αθήνα-Ακουστικά Βαρυκοΐας), η Μαρία και η Λίλη… Τα παιδιά του Γιάννη Ροϊνιώτη –εν ζωή- είναι η Αφροδίτη (Αυστραλία), η Ντίνα και ο Βασίλης (ΗΠΑ), και η Ελευθερία, που,  από το ΄84 κρατάει το εστιατόριο και η οποία, μέχρι τότε, ήταν στην Αθήνα εργαζόμενη, ως Αισθητικός, που είχε σπουδάσει… Επομένως, με μείον ένα έτος, το “Παναρκαδικόν” κλείνει 90 χρόνια ζωής!

Εννοείται, πως, πριν, πάρει τη σημερινή μορφή του, το οινομαγειρείο δούλεψε, πολύ παραδοσιακά, καίγοντας ξύλα στην κουζίνα…· ξύλα που έρχονταν κομμένα από τα φορτώματα που έφερναν, οι Φαλάνθιοι, με τα μουλάρια τους… αλλά και χρησιμοποιώντας κατσαρόλες, χαλκώματα…! Το δάπεδο, πολύ γρήγορα, από χωμάτινο -ταρατσωμένο από την υγρασία…- έγινε πλακόστρωτο αλλά και μωσαϊκό (από τα πρώτα…) στην Τρίπολη, για πιο καλή καθαριότητα… αλλά και η λειτουργία, της κουζίνας, άλλαξε και από ξύλα έγινε με πετρέλαιο…, με αλουμινένιες χύτρες, ανοξείδωτες λαμαρίνες και ταψιά… Πετάχτηκαν τα βαγένια τα οποία ήταν αδύνατο να συνεχίζουν, να υπάρχουν, ελλείψει τεχνητών (βαρελοποιών…) οπότε μπήκε κρασί Μοσχοφίλερο…!

Το 1955 έφυγε από τη ζωή, ο Κ. Γαλιώτος, και το 1987 ο Γιάννης Ροϊνιώτης, για να πάρει τη σκυτάλη, η Ελευθερία, από το 1987, στο όνομά της, και να συνεχίζει μέχρι σήμερα… κάπου 31 χρόνια… ανεβάζοντας, κατά πολύ, την ποιότητα και την πελατεία!

Απ΄ εδώ ξεκίνησε και ο Γιάννης Παπαγεωργίου, που, αργότερα, άνοιξε, με τ΄ αδέλφια του, την «Όαση»… Όμως, απ΄ εδώ πέρασαν και δεκάδες παιδιά, που, φεύγοντας, από την Τριπολιτσά, προόδευσαν στη ζωή τους… εντός κι εκτός Ελλάδας! Χαρακτηριστικός μάγειρας, ο Λεωνίδας Κανελλόπουλος, ο οποίος έμαθε, τη μαγειρική, από τον Κ. Γαλιώτο, που, ήταν, εξαιρετικός μάγειρας, αλλά κι ο Βαγγέλης Ορφανός, που, κι αυτός έμαθε κοντά στο Γιάννη Ροϊνιώτη… Κοντά στον Βαγγέλη, μαθήτευσε όλα τα χρόνια και τελειοποιήθηκε, η Ελευθερία, η οποία, σήμερα, αυτή είναι η μαγείρισσα, κι αυτή είναι το αφεντικό και ο ιθύνων νους της επιχείρησης, μια καταπληκτική μαγείρισσα –θα με δικαιώσουν όσοι γεύονται, καθημερινά, τα φαγητά της και όσοι θα δοκιμάσουν για πρώτη φορά…-  αλλά και ένας εύστροφος άνθρωπος, γεμάτη ευγένεια, ευπρόσδεκτη, εξυπηρετική… που, ενώ, μπορεί να είναι μέσα στην κουζίνα, όμως, παρακολουθεί το, τι γίνεται, στα τραπέζια, κατευθύνει τα γκαρσόνια, κόβει ψωμί, εισπράττει χρήματα…

Σήμερα, το εστιατόριο της Ελευθερίας, λειτουργεί στο υπόγειο και στο ανώγειο, το οποίο ισόγειο, στους δέκα, ένας το κάνει κέφι να φάει, εκεί πάνω… Όλοι βυθίζονται στα  σκαλιά… με λίγη προσοχή, μήπως και κουτουλήσουν… -τα γνωστά των υπογείων… Είναι δύο υπόγεια, σμιγμένα σ΄ ένα, με δυο εισόδους-σκάλες… Κατεβαίνοντας, από αριστερά, σε υποδέχεται, η Ελευθερία, πίσω από την τζαμένια κουζίνα με τα λογής λογής εδέσματα… Αυτά είναι εκείνα, που, περνώντας από το πεζοδρόμιο, αναδύουν μια «άνευ προηγουμένου» ευωδιά μαγειρευτού… κάτι ανάμεσα σε φασολάδα και μπάμιες, πατσιά και κουνουπίδι, γιουβαρλάκια και στιφάδο αλλά και τηγάνι… που, σε αναγκάζουν και σε ωθούν, να καταδυθείς, στην υπόγα, και ν΄ αναδυθείς, κάποια στιγμή, πλήρως, ικανοποιημένος… και με την τσέπη ελάχιστα ελαφρωμένη…!

Η κουζίνα είναι αμέσως, αριστερά, στο τελείωμα της σκάλας… Οι λόγοι που είναι εκεί, κι όχι στο βάθος, είναι, αφενός, για να υπάρχει φως ημέρας -παλιά, δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα οπότε…- και, αφετέρου, από το βάθος, οι αναθυμιάσεις, πώς θα έφευγαν; Συγχρόνως, είναι και θέμα μόστρας… αφού, εδώ, δεν κάθεσαι στο τραπέζι και περιμένεις το γκαρσόνι να σου αραδιάσει τα φαγητά και να επιλέξεις… αλλά, εδώ, πρώτα περνάς, από την κουζίνα, και ο ίδιος επιλέγεις και παραγγέλνεις απευθείας στο μάγειρα!

Αναμφίβολα, για το σήμερα, είναι μια επικερδής δουλειά και, πολύ, πρωτότυπη… σε σημείο, που, οι ευχάριστες αναθυμιάσεις του μαγειρέματος τράβηξαν και το περαστικό βασιλικό ζεύγος, Παύλου-Φρειδερίκης, να κατηφορίσει στο υπόγειο όταν είχαν έλθει επίσκεψη στην Τριπολιτσά!

Μέγας καθημερινός κράχτης, και στάνταρ σερβιριζόμενο πιάτο, που, έλκει, καθημερινά, κι έχει, αθεράπευτα, τακτικούς πελάτες, είναι η Πατσιά! Είναι πιάτο, που, γεύονται, καθημερινά, το λιγότερο 50 και το περισσότερο 150 «δύτες» του υπογείου…· «δύτες»… από γιατροί και μεροκαματιάρηδες μέχρι δικηγόροι κι εργένηδες, περαστικοί και δημόσιοι υπάλληλοι μέχρι κληρικοί και … από τις 8:00 μέχρι τις 10:30 το πρωί… και ίσως και μέχρι το μεσημέρι… ανάλογα… αν έχει μείνει…

Ναι· η δουλειά, εδώ, αρχίζει από τις 8:00 το πρωί και συνεχίζεται, ασταμάτητα, μέχρι, σχεδόν, το απόγευμα, χωρίς, η Ελευθερία, να λέει, όχι, στους βραδινούς πελάτες οι οποίοι είναι λιγοστοί… οπότε, οι απογευματινές και βραδινές ώρες διατίθενται για την προετοιμασία της επόμενης μέρας… αφού, η πατσιά, έχει μπελαλίδικη προετοιμασία… -η πατσιά γίνεται από το στομάχι και τα πόδια του μικρού μοσχαριού, που, πρέπει να πλυθούν, να κοπούν, να βράσουν… Προετοιμασία, όμως, απαιτείται και για τ’ άλλα φαγητά… καθάρισμα πατάτας, φασολάκια, μπάμιες, κρεμμύδια… όλα “ορίτζιναλ” και όχι κατεψυγμένα!

Και ποιος δεν έχει περάσει από αυτό το υπόγειο…! Επώνυμοι πάσης φύσεως, ηθοποιοί πάμπολλοι… κι ακόμη και, σήμερα, που δίνουν τις παραστάσεις τους, στην Τρίπολη…· πολιτικοί, υψηλόβαθμοι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί, πλασιέ, άνθρωποι της Τέχνης και των Γραμμάτων οι οποίοι κρύβονται στην ανωνυμία… Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, εργένηδες ουκ ολίγοι, ζευγάρια ουκ ολίγα, ομογενείς ενώ, όταν ήταν το 11ο στα «χάι» του με τους 3 χιλ.και 3μιση χιλ. φαντάρους, κυρίως, την Κυριακή το απόγευμα και το βράδυ, γινόταν το «έλα να δεις»…! Έτσι, και καθίσεις, απέναντι, και παρακολουθείς το υπόγειο, ποιος βυθίζεται και ποιος αναδύεται, θ΄ απορήσεις και θα μουρμουρίζεις με το «κι αυτός, εδώ, τρώει;» ή «δεν το περίμενα, ότι, και ο… εδώ γεύεται την πατσιά του…»! Υπάρχουν άλλοι, που, έρχονται, ειδικά, από Αθήνα –παλιοί Τριπολιτσιώτες– για να γευθούν την πατσιά ή… Υπήρξε μέρα, με χιόνια, που προσφέρθηκαν 250 μερίδες πατσιά!

Προσφέρονται φαγητά, που, χειμώνα καλοκαίρι είναι σε ημερήσια βάση… Άλλα γίνονται μόνο το χειμώνα κι άλλα μόνο το καλοκαίρι… Η κουζίνα, κατά το ένα τρίτο, ανανεώνεται, κάθε μέρα, όσον αφορά την ποικιλία… Καθημερινά υπάρχει πατσιά -και μουσχαροκεφαλή κάθε Πέμπτη- κάτι που, οι θιασώτες, της μουσχαροκεφαλής, το γνωρίζουν και τρέχουν να προφθάσουν… Καθαρά παραδοσιακή, όπως είπαμε, κουζίνα, με 20 περίπου κατσαρόλες… Όχι δεν είναι η ταβέρνα, που, θα πας, να καθίσεις με τις ώρες, να φας το μεζεδάκι σου, να πιεις τα ποτήρια σου, να κουβεντιάσεις με το ρεχάτι σου… Όχι· εδώ, έρχεσαι, να φας και να φύγεις… για να συνεχίσεις τη δουλειά σου ή το ταξίδι σου… Η κουζίνα, στις 8:00 η ώρα το πρωί αρχίζει μ΄ ένα φαγητό, κι εμπλουτίζεται, κάθε μισή ώρα, κάθε τέταρτο… όλο και με κάτι άλλο… κρεατικό ή λαδερό… οπότε, απ’ ώρα 10:00 κι 11.00 μπορείς να φας φασολάδα ή κουνουπίδι, μακαρόνια ή κεφτέδες, “γουτς” με σέλινο… Χειμώνα καλοκαίρι έχει περίπου την  ίδια δουλειά…· περνούν γύρω στα 200 άτομα ημερησίως! Παλιά, υπήρχε πολύς περαστικός κόσμος… αφού, και πλασιέ έμεναν στην Τρίπολη, και τουρίστες μάς επισκέπτονταν, και στην Κεντρική πλ. ήταν τα ΚΤΕΛ Αθηνών και Καλαμάτας… Σήμερα, η Ελευθερία, ικανοποιητικά, «βράζει με το ζουμί» των εντοπίων αλλά και των εισερχομένων, στην πόλη, από τα πέριξ χωριά… Μπορείς, να γευθείς, μοσχαράκι αλλά και λαγωτό, φασολάκια και αρνάκι, μπριάμ και σουτζουκάκια, μακαρόνια και κεφτεδάκια, χόρτα και μουσακά… Δεν κάνει «ντελίβερι» το «Παναρκαδικόν» όμως, για το σπίτι, παίρνουν ουκ ολίγοι… Αλλά και πέρκα υπάρχει κάποιες μέρες, όπως και μπακαλιάρος, γόπες, μαρίδα… όπως, κάποιες φορές, και γίδα βραστή, χοιρινό κρασάτο… Αυτή την εποχή, την εποχή του φθινόπωρου και του τρύγου, γευθείτε χοιρινό με σέλινο, ένα ντόπιο παραδοσιακό φαγητό, νοστιμότατο! Έχει σημασία «η γυναίκα στην κουζίνα»… γι’ αυτό και η καθαριότητα σ’ εντυπωσιάζει!

Παλιότερα, υπήρχε και η «βραδινή κουζίνα»· δηλ. τα κεφτεδάκια, τις γόπες, τον μπακαλιάρο, τα χόρτα…. τα έφτιαχναν το βράδυ… Σήμερα, με τα σουβλάκια, τις πίτσες… δεν γίνεται «βραδινή κουζίνα» και δεν υπάρχει λόγος να γίνει… Ο χώρος είναι 90 τ.μ. κάτω και 80 τ.μ. επάνω… Εδώ, όπως, είπαμε, υπάρχει μια ιδιομορφία… Δεν κάθεσαι στο τραπέζι και παραγγέλνεις αλλά πηγαίνεις, ο ίδιος, στην κουζίνα, και βλέπεις, επιλέγεις και παραγγέλνεις, παρατηρείς την καθαριότητα… Το φαγητό είναι σπιτικό, με λαϊκές τιμές και τίποτα το προκατασκευασμένο ή κατεψυγμένο! Το λάδι Καλαματιανό…, τα τυριά ντόπια, ψωμί, ζαρζαβατικά… ντόπια… Άλλος, με πατσιά, στην Τρίπολη, πλην του Σταυρόπουλου στην Κεντρική πλ. δεν… Εδώ έτρωγαν, την Κατοχή, Ιταλοί και Γερμανοί ενώ, στο μεγάλο “Μπλόκο” της Κεντρικής πλ., εδώ, βρήκαν καταφύγιο 10άδες Τριπολιτσιώτες και γλύτωσαν από τους Γερμανούς!

Όταν η «Άκωλη Τρύπα» βούλωνε και πλημμύριζε… το νερό έφθανε και στην Κεντρική πλ. κάπου μισό μέτρο…· τότε, όλα τα υπόγεια πλημμύριζαν μέχρι επάνω· οπότε, και του Ροϊνιώτη, δεν μπορούσε ν’ αποφύγει…!

Ήτανε ένα «υπόγειο-μαγέρικο» που, τα παλιά χρόνια, συνεχώς, ήταν ανοιχτό και μόνο, τη μέρα, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, έκλεινε…! Και ποιος -όπως είπαμε- δεν έχει περάσει από εδώ… Εδώ έκανε το  τελευταίο φαγητό του, ο, από τα Βαλτετσοχώρια ή τον Φάλανθο ή τη Μαντινεία…, πριν πάρει των ομματιών του για την ξενητειά… και εδώ προσκύνησε όταν επέστρεψε…! Εδώ, έφαγαν –και τρώνε- δωρεάν, ταλαίπωροι και πάμπτωχοι άνθρωποι! Είναι ένα σημείο, δίπλα στην Πλατεία, σημείο αναφοράς… «πάμε, να φάμε πατσιά, στου Ροϊνιώτη;» ή “θα συναντηθούμε στου Ροϊνιώτη”…

Εμείς, θα ευχηθούμε, στην Ελευθερία, δύναμη και υγεία…, γιατί απ΄ αυτήν εξαρτάται η ζωή και του «Οινομαγειρείου Ροϊνιώτη»!

(663)