Έτσι, θα εκφραζόταν, σήμερα, ο Ηλίας Πετρόπουλος, από το Παρίσι, αν ζούσε… Συνήθιζε, έτσι ν’ αποκαλεί, τον “Γέρο του Μοριά”, ο αυτοεξόριστος στο Παρίσι, Η.Π. και, για την ακρίβεια, στην κουβέντα μας, στα πρωινά τηλέφωνά μας, τον αποκαλούσε με το “Αρβανιταράς ο μπαγάσας”… Όμως, πώς, γιατί και από πού φαίνεται, πως, ήταν “καλομαθημένος” ο Θοδωράκης; ας το δούμε:

Χρονικά, βρισκόμαστε μετά την καταστροφή του Φλέσσα στο Μανιάκι και μετά τη μάχη της Τραμπάλας… με τον Ιμπραήμ να προελαύνει ασταμάτητος και να καταλαμβάνει το ένα φρούριο μετά το άλλο… Στην επιστροφή του περνάει από την Τρίπολη και προχωράει για το Ναύπλιο… Ο Κολοκοτρώνης, μόλις, έχει βγει από τη φυλακή και προσπαθεί…

Είναι νύχτα και «βρέχει ο θεός με τον θεό», χωρίς φεγγάρι…· περί τους 2.500 Έλληνες στρατιώτες προσπαθούν να φτάσουν στο βουνό τον Μπερτζοβά για να πέσουνε από την άλλη μεριά… Πεινάνε και περνώντας από τα καμπίσια χωριά της Μαντινείας, επειδή δεν βρίσκουνε τι να φάνε, πίνουνε κρασί νηστικοί και μεθάνε…

Αίφνης εμφανίζεται ο Ιμπραήμ και τους τσακίζει! Διαλύονται…

Ο Κολοκοτρώνης με τη μικρή συνοδεία του, των Ν. Ταμπακόπουλο και τον Φωτάκο, έχουν καθίσει σε μια βρυσούλα στου Μπερτζοβά η οποία ίσια που στάζει λίγο νερό. Πεινάνε σαν λέοντες! Δεν έχουνε να βάλουνε τίποτα στο στόμα τους. Όμως, ο Ταμπακόπουλος, βρίσκει από κάποιο σπίτι ένα μπομποτένιο καρβέλι ως μιάμιση οκά και το φέρνει…· να ‘σου κι ένα φόρτωμα κρασί εγκαταλελειμμένο κοντά σε μια βρύση…

Οπότε άρχισαν να τρώνε την μπομπότα και να πίνουνε κρασί με το μοναδικό τάσι που είχε ο Κολοκοτρώνης. Όσο οι άλλοι έτρωγαν, ο Κολοκοτρώνης προτίμησε να μείνει νηστικός και δεν γλώσσιασε από την μπομπότα αφού, όταν κάποτε έφαγε αραποσιτένιο ψωμί, έκανε εμετό!

Ξαφνικά, εκεί που έτρωγαν, εμφανίζονται οι Τούρκοι… οπότε ο Κολοκοτρώνης και οι συν αυτώ, όπου φύγει, φύγει… Καθήσανε να ξαποστάσουνε, όμως η πείνα τους θέριζε… Όλοι τους ήτανε καταϊδρωμένοι, στενοχωρημένοι… οπότε, ξαφνικά, τους πιάνουνε νευρικά γέλια… κι άρχισαν ν’ αλληλοπειράζονται ονειρευόμενοι και λέγοντας ο ένας στον άλλο ό,τι φαγητό του ‘ρχότανε στον νου… όπως: «Θέλετε ψητό καλό να φάτε;» ή «έχω χοιρομέρι εξαιρετικό και ψωμί αφράτο, θα πάρετε ένα μεζέ;»…

Γελούσαν και αλληλοπειράζονταν… ενώ σε κάποια στιγμή, απευθύνθηκαν και στον Κολοκοτρώνη «καπετάνιε, θέλετε…». Εκείνος αποκρίθηκε «ας λέτε ό,τι θέλετε· εγώ, απόψε, θα φάω τα καλύτερα φαγητά· η τύχη μου δεν μ’ αφήνει, έτσι”… Οπότε έπεσε «το γέλιο της αρκούδας»…

Όμως, ξαφνικά «έγινε το θαύμα»! Η φρουρά φώναξε πως έρχονται δυο άνθρωποι, σταλμένοι από τον Γ. Σισίνη και φέρνουνε γράμματα αλλά και είναι και φορτωμένοι. Ο Κολοκοτρώνης έδωσε εντολή να έλθουνε οι άνθρωποι οι οποίοι παρουσιάστηκαν με τα ζώα τους… Έδωσαν τα γράμματα στον Κολοκοτρώνη και άρχισαν να ξεφορτώνουν τα μουλάρια τα οποία ήταν φορτωμένα με πολλά είδη στεγνών φαγητών… από χοιρομέρια και ζακυνθινά μαντολάτα μέχρι αγγλικά σαλσιτσότα, κεφαλλονίτικα κουλούρια, κρασιά και γαλέτες, κεράσια και χλωρά αραποσίτια…!

Οπότε ο Κολοκοτρώνης απευθύνεται στη συντροφιά αστειευόμενος «όταν σας τα ‘λεγα, εγώ, εσείς με κοροϊδεύατε· τώρα δεν σας δίνω τίποτα». Έφαγαν για τα καλά, έφαγε και ο Γενναίος, που, ήλθε και αναχώρησαν για Χρυσοβίτσι…

Φθάνοντας στο Χρυσοβίτσι, ο Κολοκοτρώνης, χωρίς να τους ‘πει τίποτα, πήγε παραπέρα και, κάτω από μια αχλαδιά, τέντωσε την αρίδα του να κοιμηθεί· είχε αποκάμει… Ο Δεληγιάννης έβαλε φρουρά γύρω του…

Οθωναίος

(124)