Παλιά τα ‘λέγανε καφενεία ή καφενέδες…· σήμερα, καφετέριες… Κύριο προσφερόμενο του καφενείου ήταν ο τούρκικος καφές… ο βαρύς ή ο βραστός, ο οθωμανικός ή ο ναι και όχι, ο μέτριος ή ο με ολίγη… Στην καφετέρια, σήμερα, πολύ λίγο ή ελάχιστα ξέρουν τον τούρκικο –μαλακία είναι να τον λέμε, ελληνικό…· πολύ περισσότερο γνωρίζουν τους φραπέ, καπουτσίνο, εσπρέσο, φρέντο… που, σχεδόν και κατ’ αποκλειστικότητα, αυτούς πίνει η νεολαία μας… ως είδος ξενόφερτο -μας έφαγε η ξενομανία- κι όχι, βέβαια γιατ’ ότι, εμείς, είμαστε η παραγωγική χώρα του καφέ, αλλά κάτι που για δύο αιώνες το απολαμβάνεις… έστω κι αν είναι ξένο, το θεωρείς οικείο…!

Όμως δεν είναι τ’ ανωτέρω το θέμα μας… αλλά, γιατί αυτά τα χρόνια, αν και δύστυχα, η Τριπολιτσά το ‘ριξε στον καφέ… με το να ξεφυτρώνει σε κάθε γωνιά και μια καφετέρια! Κι όμως, δεν είναι καινούργιο το φρούτο… αφού μετράει πάμπολλες 10ετίες…· 10ετίες πάντα σε κούντουρες οικονομικά εποχές… όταν δηλ. υπήρχε αναδουλειά, οπότε υπήρχε φτώχεια, υπήρχε ανέχεια και δυστυχία… Ναι, τα πολλά καφενεία -πέσ’ τα σήμερα καφετέριες- ξεφυτρώνουν σε δύστυχες, για την οικονομία, εποχές, που ο άλλος δεν έχει πού να πάει αφού δεν έχει δουλειά… αλλά και ο νέος, προκειμένου να κάθεται, ανοίγει  μια καφετέρια… έτσι “για ν’ αλλάζει” τα λεφτά του… κι όχι για να καζαντίσει…!

Παλιά, κάνοντας ο ίδιος τον μαραγκό και κόβοντας ο ίδιος “τσάτρα πάτρα και κουτσά στραβά” δυο τρία ξύλινα τραπεζάκια πλαισιωμένα με κανά δυο τσίγκινα και καμιά 20αριά ψάθινες καρέκλες κι ένα “πετρογκάζ”… άνοιγες καφενείο…· κι όχι καφενείο για να πλουτίσεις… αλλά για να περνάς τη μέρα σου… και να μην κάθεσαι… Αυτό έκανε και ο πατέρας μου τα δύστυχα χρόνια των 10ετιών του ’40, ’50 κι ’60… αυτό κάνουν και σήμερα τα “μαραζωμένα” παιδόπουλα… τα οποία, ενώ έχουν τη δύναμη “να στύβουν πέτρα”…, αυτά κάθονται “ως Ισραηλίτες αναμένοντες εξ’ ουρανού το μάνα”!

Μάλιστα· το ίδιο κάνουν, σήμερα, κι οι νέοι μας, λοιπόν· μ’ ένα πτυχίο στο χέρι, ανοίγουν μια παρεϊστικη καφετέρια δυο και τρεις μαζί… και ίσως τέσσερις και πέντε! Βάζουν από 10 με 20 χιλ ευρώ έκαστος…, υπογράφουν και κάποιες επιταγές… και προσπαθούν να κοροϊδέψουν τον εαυτό τους… ότι δουλεύουν… ενώ, στην πραγματικότητα, “αλλάζουν” όπως είπαμε τα λεφτά τους… τα λεφτά, όχι τα δικά τους -πού να τα βρούνε…-  αλλά των συνταξιούχων γονιών τους, παππούδων…!

Οι πολλές, λοιπόν, καφετερίες, κάθε άλλο παρά ευημερία σηματοδοτούν· οι πολλές καφετερίες ενισχύουν αυτό που περνάμε τα τελευταία χρόνια και που θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμη: τη φτώχεια! Και, δεν είναι πλούτος, “το καθισιό” των νέων μας σ’ αυτές, αλλά “κατάντια”…· παιδιά τα οποία -όπως είπαμε- “πιάνοντας την πέτρα να τη στύβουν” να βρίσκονται καθηλωμένα στην καρέκλα του καφενείου με μια φλιτζάνα καφέ στο τραπέζι τους… μην μπορώντας να πιούνε κάτι άλλο ή να κεράσουν… και κάνοντας “την ανάγκη φιλότιμο” να λένε «πληρώνουμε ο καθένας τα δικά του»… ένας εντελώς απαράδεκτος θεσμός για τον μπεσαλή Έλληνα… Άσε, που, με το καθημερινό καθίσι “κάθεται” και το μυαλό και το σώμα… σε σημείο, που, και “θαύμα” να γίνει και να δούμε “καλές μέρες”… πώς θ’ ανταποκριθεί αυτό το σώμα κι αυτό το μυαλό… στα 40 του ή στα 50 του…!

Δυστυχώς, έτσι έχουν τα πράγματα, σήμερα…· η Ελλάδα, και επομένως και η Τρίπολη, «… είναι σ’ ένα φλιτζάνι του καφέ»! Κι αρχίζει να παρατηρείται το «απαράδεκτο» δηλ. να κολλάς σε μια παρέα, κι επειδή δεν έχεις ούτε δεκάρα στην τσέπη σου, να λες στο γκαρσόνι «όχι, δεν θέλω κάτι, φεύγω»! Αυτό γινόταν, παλιά, που, μ’ ένα φλιτζάνι καφέ, ο φουκαράς την έβγαζε ολόκληρη μέρα(!) ενώ, ουκ ολίγες φορές, υπέμενε το ρεζιλίκι του γκαρσονιού ή του ιδιοκτήτη… με το «σήκω, φύγε, δε θα πιάνεις την καρέκλα χωρίς…» ενώ υπήρχαν και οι τζαμπατζήδες… που κολλούσαν δίπλα στους παίζοντες τάβλι ή δηλωτή… κι έκαναν τον «ψόφιο…» και δεν έπαιρναν… γιατί δεν είχαν να πάρουν!

Άσχημο, πολύ άσχημο πράγμα…. «μια ολόκληρη Τρίπολη να πνίγεται σ’ ένα φλιτζάνι καφέ»!

(665)