Όσο υπήρχανε λεφτά… ποιος αγροικούσε την ακρίβεια… και ποιος έδινε σημασία… στο ποιος πουλάει φθηνότερα ή… Εδώ, ισοπεδώσαμε τον βασιλιά του παραμυθιού… Καθόμαστε, δίπλα του, κι όταν, αυτός παράγγελνε έναν αστακό, δύο εμείς! Έτσι, λοιπόν, τις προάλλες…

O φίλος μου, ο Μπιλ:

– Πήγα στο μαγαζί, του Μάνθου, στο κέντρο της Τρίπολης· φάγαμε με τη γυναίκα μου μια πίτσα, μία πατάτες τηγανιτές, μια μακαρόνια, ψωμί και μια μπύρα και πληρώσαμε 20 ευρώ. Το σέρβις ταχύτατο και ευγενικό, το μαγαζί πεντακάθαρο και με γούστο…

Ο ίδιος, ο Μπιλ, μετά δυο μέρες:

– Από περιέργεια, χθες βράδυ, πήγαμε στο μαγαζί του «Πέλοψ» και φάγαμε τα ίδια… πληρώνοντας 26 ευρώ… Το μαγαζί κατώτερο και το φαγητό…· άσε που κάναμε μια ώρα να σερβιριστούμε…

 

Τ’ ανωτέρω, κάποτε, ο κοσμάκης, δεν τα «σιούραγε»… Είχε λεφτά, πήγαινε εδώ, πήγαινε εκεί, πλήρωνε…, και για το «στραβά κάθοντ’ οι κότες» και για «ψύλλου πήδημα» καβάλαγε τ’ όχημα κι έφτανε στ’ Ανάπλι… και στου «Αραπάκου» ή στου «Σαββούρα» σαβούρωνε… συναγρίδες και μπαρμπούνια… Σήμερα, μάλιστα, που, στα 50′ ξεφύτρωσε και η Καλαμάτα… με τη μαρίνα της, τη Μαντίνεια τη μικρή της, την παραλία της και τα γλυκά του Αθανασίου…

 

Σήμερα, τα πράγματα δυσκολέψανε κατά πολύ, που, πλέον, ο καθείς αλλάζει μαγαζί για μισό ευρώ! Πολύ πιο εύκολα, σου το κάνουνε αυτό, αγαπητέ, φίλε, ταβερνιάρη όταν, για χρόνια, παρουσιάζεις το ίδιο μενού, έχεις ακάθαρτες τουαλέτες, είσαι ακριβός, το σέρβις σου είναι «αργοκίνητο καράβι»…

 

Ας το καταλάβουμε, ότι τα «περασμένα μεγαλεία»… δηλ. του να γεμίζουμε το συρτάρι μας, να κλέβουμε το κράτος “και τον πελάτη”, τελειώσανε! «Ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του»… Και να θελε, ο κόσμος να βγαίνει κάθε βράδυ… δεν έχει λεφτά, οπότε ψάχνει να τη βρει, να συναντηθεί με τον φίλο, να συζητήσουνε και «κλάψουνε» από κοινού τη μοίρα τους…, οπότε μ’ ένα κατρούτσο κρασί και με μία αμπελοφάσουλα ή ροβίθια.., τη βρίσκουνε αμφότεροι…

 

Ένα, δύο, τρία… τέτοια μαγαζιά λείπουνε από την Τρίπολη… που, αν υπήρχανε, θα μαζεύανε το σημερινό λιγοστό χρήμα… Λείπει ένας «Κολλιόγιαννης» στον Αγιο-Τρύφωνα ή μια «Κατάραινα» στην Καποδιστρίου… Δεν χρειάζεται, σήμερα, να διαθέτεις «λαγούς με πετραχήλια»…· μ’ ένα μπακαλιαράκι, μια φέτα και λίγα χόρτα, λίγες πατάτες… αυτό αν είναι το καθημερινό ταβερνιάρικο μενού σου, αγαπητέ καταστηματάρχη, και με κρασάκι καλό… γνήσιο Μοσχοφίλερο κι όχι “ανώνυμο” για να γλιτώσεις μισό ευρώ…, όλ’ αυτά αρκούνε για να βγάλεις το μεροκάματο…

 

Για να μην πάμε στα, μέχρι το ’70, παλιοταβερνάκια τού «πάρε κι έλα»… που αγόραζες δυο αντζούγιες στον μπακάλη, λίγα τρίμματα φέτα κι ένα πενηνταράκι χάσικο ψωμί… και βυθιζόσουνα στην υπόγα για μια κούπα κρασί… κλαίγοντας τον πόνο σου και σιγοτραγουδώντας «Μη με βαράτε, ρε παιδιά, για ‘να παλιό σακάκι…» ή το άλλο «Πάρε γιατρέ τα γιατρικά / και άμε στη δουλειά σου / τον πόνο που ‘χω στην καρδιά / δε γράφουν τα χαρτιά σου…”.

 

Ναι· σήμερα, ο λαουτζίκος θέλει να βγάλει το «ντέρτι» του… Έτσι, καθόλου απίθανο, να επανεμφανιστούνε οι υπόγες τού «πάρε κι έλα» ώστε ν’ αναδύεται ο άλλος με μείον δυο τρία ευρώ…! Θα μου ‘πεις, τότε υπήρχανε ο «Βράχος» κι ο «Χασομέρης», ο «Ντινάκιας» κι ο «Γιαλής», ο «Γιαγιάννος» κι ο «Μπρίκης», ο Θανιώτης κι ο Κουλούλης….· σήμερα; σήμερα, μην ανησυχείτε, θα εμφανιστούνε διάδοχοι, όπως: ο Δημητράκης, η Καλλιρόη παρέα με τον Μπάμπη, ο Γιαννάκης κι ο Πανάγος… Δεν το ‘χετε καταλάβει…; όπου να ‘ναι φτάνουμε στο «αμήν»!

(471)