Ο τίτλος είναι ο λίγον παραπλανητικός… όσον αφορά το πρώτο σκέλος των 230 ετών… αν και… αν και, κατ’ εμάς, είναι, απόλυτα, δικαιολογημένος… και έχει δόση αλήθειας… η οποία, αλήθεια, ντεμπουτάρει με τη συσταθείσα Περιφέρεια Πελοποννήσου των τελευταίων ετών… κατά την οποία, η Τρίπολη χρίστηκε, ως έδρα της Περιφέρειας… Δεν γνωρίζουμε, αύριο, σε περίπτωση, που, ενοποιηθούν, και οι εφτά Νομοί του Μοριά, σε μία Περιφέρεια… τι μέλλει γενέσθαι… Όμως, θα είναι άδικο και ασύμφορο, να υπερτερήσει η ακραία -βόρεια- Πάτρα σε βάρος της κεντρικότατης Τρίπολης όταν, όταν -όπως θα δούμε πιο κάτω-  η Τρίπολη είναι πρωτεύουσα του Μοριά από το 1785!

Σχετικά, με το “5κις ανοικοδομηθείσα”… έχει αρκετό πληροφοριακό ενδιαφέρον… αφου, μετράει από το 1785, και το κείμενο ανήκει στον αείμνηστο, Τριπολίτη, Αρχιτέκτονα – Ακαδημαϊκό, Σόλωνα Κυδωνιάτη (τον είχα γνωρίσει… το σπίτι του ήταν στην οδό Καλαμάτας, λίγο πιο πάνω από την Αγορά, αριστερά, στη σημερινή πολυκατοικία Ανδριανόπουλου):

 

Η Τρίπολη, άγνωστη στην αρχαιότητα, είναι δημιούργημα των Νεότερων χρόνων. Στον Β’ μ.Χ. αιώνα, ο Παυσανίας στα “Αρκαδικά” του (27, 4) γράφει: “Προσεγένετο δε και Τρίπολις ονομαζομένη, Καλλία και Δίποινα και Νώνακρις”. Αλλά αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή. Οι πρώτοι που ανακάλυψαν τα πλεονεκτήματα της περιοχής, όπου εποικίσθηκε η “Ντροπολιτσά”, ήσαν αυτόχθονες Αρκάδες μαζί με νεοαφιχθέντες Αλβανούς.

 

Το πρώτο όνομα της Dropolitza το οφείλει στους Χρονογράφους του 17ου αι., το οποίο αργότερα έγινε Τριπολιτζά. Οι Τούρκοι όταν την κατέλαβαν, μετά την αποχώρηση των Βενετών κατά τον 15ο αιώνα, την ονόμαζαν Ταραμπουλούζ, όπως έλεγαν και την Τρίπολη της Αφρικής. Τρίπολη ονομάστηκε μετά την απελευθέρωση, από τους τότε Λογίους μας, διότι δήθεν συνοικίστηκε από τρεις πόλεις.

 

Βρισκόμαστε στις αρχές του 15ου αι. μ.Χ., στις παρυφές του Μαινάλου, σε υψόμετρο 650 μ. Η περιοχή είναι κατάφυτη, με δύο οροπέδια εκατέρωθεν, με πλούσιο κυνήγι και άφθονες πηγές. Οι πρώτοι οικιστές της, κτηνοτρόφοι και κυνηγοί, έκτισαν τα καλύβια τους δίπλα στα “μαντριά” των ποιμνίων τους. Τα έκτιζαν μόνοι τους, τα μαντριά με κλαδιά και τα καλύβια με ωμοπλίνθους, με μονόκλινες στέγες, σκεπασμένες με λίθινες πλάκες.

 

Ο ολιγάνθρωπος αυτός οικισμός συνεχώς δυναστευόμενος από τις επιδρομές του Τουραχάν και του ίδιου του Μωάμεθ Β’ και αργότερα με τα Ορλωφικά κατασπαράχθηκε από τους άγριους Τουρκαλβανούς, και φυτοζωούσε, επί τρεις σχεδόν αιώνες, χωρίς να υπερβεί τους 1000 κατοίκους.

 

Η Δεύτερη ανοικοδόμηση της “Ντροπολιτζάς”, άρχισε όταν οι Τούρκοι διέκριναν τη στρατηγική σημασία της τοποθεσίας, που βρισκόταν στο κέντρο της Πελοποννήσου και προστατευόταν από τα γύρω της τρία βουνά, το ελατοσκέπαστο Μαίναλο, (1989 μ.), το Παρθένιο (1227 μ.) και το Αρτεμίσιο (1772 μ.).

 

Μετέφεραν τότε, 1785 μ.Χ., την έδρα του Μορρά Βαλεσή, του πασά του Βιλαετιού Πελοποννήσου, από το ευπρόσβλητο Ναύπλιο στην Τρίπολη, η οποία έτσι αναγορεύθηκε Πρωτεύουσα Πελοποννήσου. Ο πληθυσμός της αρχίζει ν’ αυξάνει. Τούρκοι αξιωματούχοι και ευκατάστατοι Έλληνες από τις γύρω επαρχίες εγκαθίστανται σ’ αυτή και προβαίνουν σε μία καλύτερη ανοικοδόμηση.

 

Στη θέση όπου σήμερα το Πεδίο Άρεως, κτίζεται τεράστιο, μεγαλοπρεπές και φρουριακό, με υπόγειες φυλακές, το Σεράγι, για τον Πασά, το χαρέμι του και τους σωματοφύλακές του. Συγχρόνως, περιτειχίζεται η πόλη, με λίθινο τείχος περιμέτρου 3.700 μ., ύψους 5,50 μ., με 13 πύργους και 7 πύλες. Κτίζεται, επίσης, εναέριο υδραγωγείο για την κίνηση υδρόμυλων. Αρχές 19ου αι. ο πληθυσμός της Τρίπολης είχε υπερβεί τους 20.000 κατοίκους.

 

Όψη, όμως, πόλεως, έλαβε όταν ο υιός του Αλή Πασά, Βελής, διορισθείς το 1807 Πασάς Τριπόλεως, έφερε από τα Γιάννενα οικογένειες Βιοτεχνών και Εμπόρων. Ήλθαν τότε Έλληνες υφαντές, ξυλουργοί, κεραμιστές, ράφτες, χρυσικοί, σανδαλοποιοί, μαζί και έμποροι Ισραηλίτες όπως και Αθίγγανοι σιδηρουργοί και χαλκουργοί.

 

Η πόλη αποκτά “Παζάρι”, αρχικά με μονώροφα κτίσματα στη σειρά, με το εργαστήριο ή εμπορικό στην όψη και την κατοικία όπισθεν. Κτίζονται επίσης λαϊκές φτωχικές κατοικίες, όπως και θρησκευτικά κτήρια, ταπεινά των Χριστιανών, εν αντιθέσει με τα Μωαμεθανών, όπως π.χ. το πελώριο Τζαμί, που περί το 1814 έκτισε ο Μπεκήρ Πασάς, στη θέση όπου σήμερα είναι η Μητρόπολη του Αγίου Βασιλείου.

 

Η ρυμοτομία όμως της πόλεως, όπως και οι δρόμοι της, είναι σε άθλια κατάσταση. Εκτός από το “Παζάρι”, με λιθόστρωτο αυλάκι στο μέσο, οι λοιποί δεν ήσαν παρά χωμάτινοι στενωποί ελικοειδείς, συχνά αδιέξοδοι και πάντοτε βορβορώδεις.

 

Εν τούτοις μέσα στην Τρίπολη, αλλά και στην επαρχία γύρω της, κτίζονται εντυπωσιακά διώροφα και τριώροφα σπίτια τύπου αρχοντικών με εμφανή τοιχοποιία, κάποτε ημιλαξευτή, με αψιδοσκέπαστα ανοίγματα και κεραμοσκεπή στέγη.

 

Κατά τον Αγώνα του 1821, η Τρίπολη αλώθηκε δις. Η πρώτη ήταν κατά την κατάκτησή της από τους Κολοκοτρωναίους κλπ. τον Σεπτέμβριο του 1821. Επί τριήμερο οι κατακτητές, εκδικούμενοι πολλών αιώνων στυγνή δουλεία, φόνευαν τους Τούρκους κατοίκους της πόλεως και πυρπολούσαν τα σπίτια τους, μαζί και το κολοσσιαίο “Σαράι” όπως και το μεγάλο Τζαμί. Με αυστηρή φροντίδα του Θ. Κολοκοτρώνη διασώθηκε το χαρέμι του απουσιάζοντα στην Ήπειρο, Χουρσίτ Πασά, και παραδόθηκε αισίως σ’ αυτόν.

 

Η πόλη έκειτο σ’ ερείπια, με τη φρικώδη οσμή των σηπόμενων χιλιάδων πτωμάτων. Οι Έλληνες με σπάνια εργατικότητα, αφού κατανίκησαν τον λοιμό που επακολούθησε, οργανώθηκαν με ταχύ ρυθμό, τόσον ώστε μετά εξάμηνο, Μάιο του 1822, να λειτουργήσει εκεί αλληλοδιδακτικό Σχολείο.

 

Επί τέσσερα χρόνια η Τρίπολη κατέστη κέντρο του Αγώνα και εξελληνίζεται, γεμίζει κατοίκους και γίνεται σημαντικό εμπορικό κέντρον. Σε αυτή εγκαταστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία αλλά και η έδρα του καταστρεπτικού εμφυλίου πολέμου, που κράτησε επί διετία σε αγωνία τους αγωνιζόμενους Έλληνες.

 

Τότε, 13 Νοεμβρίου 1824, σκοτώθηκε σε ενέδρα, κοντά στο χωριό Μπεσίρι (σημερινό Παλλάντιο), ο εικοσάχρονος δευτερότοκος γιος του Θ. Κολοκοτρώνη, Πάνος, ενώ ο ίδιος συλλαμβάνεται και μαζί με  τους Δημήτριο Πλαπούτα, Ιωάννη και Παναγιώτη Νοταρά, απομονώνονται στον Προφήτη Ηλία της Ύδρας επί τετράμηνο.

 

Τον Φεβρουάριο του 1825 ο αιγύπτιος Ιμβραήμ με 10.000 στρατό, αποβιβάζεται στη Μεθώνη και προχωρεί ακάθεκτος στην, χωρίς Κολοκοτρώνη, Πελοπόννησο. Μεσημέρι της 10ης Ιουνίου 1825 ο Ιμβραήμ εισέρχεται ανενόχλητος στην έρημη, από τους πανικόβλητους κατοίκους της, Τρίπολη.

 

Σ’ αυτή ο Ιμβραήμ παρέμεινε δυόμιση έτη, ήτοι μέχρι τη 15η Φεβρουαρίου του 1828 οπότε εγκαταλείπει την πόλη, κατόπιν εντολής των Προστάτιδων Δυνάμεων, αφού πρότερον την παρέδωσε στη φωτιά και στην πλήρη καταστροφή. Η μανία των απερχόμενων βαρβάρων ήταν κάτι το ανεπανάληπτο.

 

Για δεύτερη φορά, αλλά οριστικά, οι Τριπολιτσιώτες επανέρχονται στην, ακόμη καιόμενη, πατρίδα τους, για να αρχίσουν την Τρίτη ανοικοδόμηση της Τρίπολης, φυσικά αυθαίρετα.

 

Η τάξη στην ανοικοδόμηση άρχισε το 1836, με την εφαρμογή του Σχεδίου της Πόλεως το οποίο εκπόνησε, κατ’ εντολή του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο κερκυραίος Μηχανικός Σταμάτης Βούλγαρης μαζί με τον Γάλλο Λοχαγό του Μηχανικού Carnot, εφαρμοζόμενο από τον βοηθό τους, Δημήτρη Σταυρίδη.

 

Οι κατοικίες της πόλεως αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Ενώ το 1830 ήταν μαζί με τα εργαστήρια 650 με πληθυσμό 2.380 ψυχές, μετά μια εικοσαετία (1850) ο πληθυσμός έφτασε 10.000. Οι ερχόμενοι ήταν Αρκάδες γειτονικών περιοχών ή πρόσφυγες από τη δούλη ακόμη Ελλάδα, όπως Κρήτες και άλλοι. Μεταξύ αυτών και η προμάμμη μου με τον πάππου μου Γρηγόριον Αναστασίου Κυδωνιάτη, ερχόμενοι εκ Θεσσαλονίκης, για να εγκατασταθούν στην Τρίπολη αρχές της δεκαετίας του 30.

 

Όμως, η διαβίωση στην Τρίπολη ήταν δύσκολη. Το δριμύ κλίμα, η δυσχέρεια συγκοινωνίας, η φτώχεια των κατοίκων με την έλλειψη κεφαλαίων, καθυστερούσαν την εξέλιξή της. Οι Τριπολίτες όμως πάλεψαν και νίκησαν. Η αίγλη του παρελθόντος αναπτερώνει τη δραστηριότητα των Τριπολιτών, οι οποίοι, όπως όλοι οι Αρκάδες, διαθέτουν ζηλευτή εφορία πνεύματος και σωματική αντοχή. Συγχρόνως, διακρίνονται για την αγάπη τους προς τη μόρφωση και την πρόοδο.

 

Οι, σ’ αυτή, Μορφωτικοί Σύλλογοι και τα Σχολεία, ήταν δυσαναλόγως περισσότερα σε σχέση με τον πληθυσμό της. Εκτός από το Δημοτικό Σχολείο που ίδρυσε ο Ι. Καποδίστριας, το 1836 ιδρύεται Σχολαρχείο και το 1850 Γυμνάσιο. Ήταν το τέταρτο στην Ελλάδα, μετά της Σύρου, του Ναυπλίου και των Αθηνών. Το 1859 ιδρύθηκε Γυμνάσιο Θηλέων.

 

Η καλή κοινωνία της Τριπόλεως δεν είχε αρχίσει να διαλύεται. Οι Πολιτικοί της, όπως και οι Συνταξιούχοι, εγκαθίσταντο στη γενέτειρά τους. Αυτοί συντηρούσαν την ορχήστρα του παλαιότατου “Συλλόγου Φιλοπροόδων” όπως και τη Δημοτική “Φιλαρμονική”. Οι ίδιοι ίδρυσαν Βιομηχανίες, όπως Καπνεργοστάσια, Βυρσοδεψεία, Φανελλοποιεία, Γουνεργοστάσια κ.λ.π.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Τρίπολη ακτινοβολούσε με την εκτεταμένη ενδοχώρα της, στο κέντρο του Μοριά. Ο σιδηρόδρομος από το 1891 τη συνέδεε με την πρωτεύουσα. Ο ηλεκτροφωτισμός της άρχισε το 1904 και αντικατάστησε τους 300 πετρελαιοφανούς· το αυτοκίνητο για πρώτη φορά εμφανίσθηκε το 1908, για να αντικαταστήσει τα μόνιππα.

 

Στην τότε ενταθείσα ανοικοδόμηση συνήργησε και η αποστολή εμβασμάτων τών, στην Αμερική, αποδημησάντων Αρκάδων, οι οποίοι ουδέποτε ξέχασαν την πατρίδα τους.

 

Η Τρίπολη, γενέτειρα και πόλη μορφωμένων κατοίκων με τον θρύλο της ιστορίας της του 1821, τον διαυγή ουρανό της, τη γαλήνη της ζωής και την παροιμιώδη φιλοξενία των κατοίκων της, αλλά και γενικότερα όλη η Αρκαδία, με τον θρύλο των Ευρωπαίων Ρομαντικών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών για τον, σ’ αυτή, ειδυλλιακό βίο των αμέριμνων ποιμένων της, όπου στα ιδανικά βουνά της χορεύουν ακόμη νύμφες και Μούσες, με τη σύριγγα του χαρίεντος θεού των δασών Πάνα, με το σύνθημα “Et in Arcadia ego”, “Auch ich war in Arcadia geboren” εξομολογείται ο Σέλλερ (“Κι εγώ γεννήθηκα στην Αρκαδία”), με τα προσόντα αυτά είλκυε  πάντοτε επισκέπτες και προσκυνητές.

 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι εκτός από τον Καποδίστρια, όλοι οι Βασιλείς της Ελλάδας, μόλις πάτησαν στην Ελλάδα, έσπευσαν να προσκυνήσουν την παλαιά Πρωτεύσουσα του Μορέα. Ο Όθωνας τον ίδιο χρόνο αποβιβάσεώς του στο Ναύπλιο, 5 Φεβρουαρίου 1833, εισέρχεται έφιππος στην Τρίπολη, φιλοξενούμενος στην οικία του Δημητσανίτη Αγωνιστή, Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλου, που βρισκόταν όπισθεν από το σημερινό Δημαρχείο.

 

Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ έκαμε το πρώτο, στην Ελλάδα, ταξίδι του το 1865 για να επισκεφθεί την Τρίπολη. Την αγάπησε τόσο, ώστε αποφάσισε να κτίσει εκεί θερινό Ανάκτορο. Τη 15η Αυγούστου 1869 κατατέθηκε θεμέλιος λίθος, η οικοδόμηση προχώρησε μέχρι ύψους 5 μέτρων, αλλά εγκαταλείφθηκε και το 1929 το ημιτελές κτίσμα κατεδαφίσθηκε, προς ευθυγράμμιση της οδού Καλαβρύτων. Σε άλλες επισκέψεις του στην Τρίπολη, ο Βασιλιάς Γεώργιος διέμενε στο αρχοντικό του Νότη Παντόπουλου, επί της Κεντρικής Πλατείας, αυτό που το 1891 αγόρασε ο Ευεργέτης της Τριπόλεως Ιωάννης Μαλλιαρόπουλος, αντί 55.000 δραχμών για να το κληροδοτήσει το 1816 στον Δήμο Τριπόλεως. Σε άλλο ταξίδι του, μαζί με τη Βασίλισσα Όλγα και των Πριγκήπων Μαρίας και Νικόλαου, την Άνοιξη του 1898, ο Βασιλιάς Γεώργιος κατέλυσε στην οικία Νικόλαου Αθαν. Μαλλούχου.

 

Ακριβώς τότε αναφαίνεται δειλά, ο παγκοσμίως επικρατήσας νέος Ρυθμός, ο Νεοκλασσικός, και μαζί η τέταρτη ανοικοδόμηση της Τριπόλεως. Μάλιστα, η κατασκευή το 1856 της εθνικής οδού, ενέτεινε τη διάδοση της. Ο κατ΄εξοχήν αυτός ελληνικός Ρυθμός είχε ήδη μιλήσει στην ψυχή των Αρκάδων όταν τον είδαν εφαρμοζόμενο στα Σχολικά κτήρια της Οθωμανικής εποχής. Αλλά και τα σκόρπια ερείπια των αρχαίων Ναών, οι παλιές λιθογραφίες, ακόμα και οι εντυπώσεις που έφερναν οι ταξιδεύοντες στην Εσπερία, είχαν προετοιμάσει όλο τον Ελληνικό Λαό, στην αποδοχή του Ρυθμού αυτού, που τον υποδέχθηκε ως άσωτο υιό επανακάμπτοντα στη γενέτειρά του.

 

Όλοι οι πρωτομάστορες της Πελοποννήσου τον αγκάλιασαν, έστω και απλουστευόμενο, επί το λαϊκότερο, τηρούντες τα βασικά εξωτερικά του γνωρίσματα. Ήτοι κατασκευή λιθόδμητη, κεραμοσκεπή, σύμμετρη στην όψη, με τα στοιχεία κλασσικά, όπως παραστάδες, αετώματα, φουρούσια, ακροκέραμα, ζώνες, γύψινες διακοσμήσεις, χυτοσίδηρα στηθαία κ.λ.π. Από τα διασωθέντα κλασσικά σπίτια είναι του Β. Βοσυνιώτη, του Σκάγιαννη, του Μαντζούνη, του Μουτζουρόπουλου, του Δ. Γαληνού, του Γρ. Δαρειώτη, του Γ. Βλάχου, του Μανέτα, του Μαλούχου, του Πετρόπουλου, του Αγγελίδη, του Ζαχαρόπουλου, της Ιερατικής Σχολής, του Ε. Φλέτζερη, του Γ. Μάλλιαρη και το πλέον συνεπές, το Δημαρχείο.

 

Τοιουτοτρόπως κτισμένη η Τρίπολη, με τα ανθρώπινης κλίμακας χαμηλοϋψή νεοκλασσικά της κτίσματα, επί αιώνα περίπου χάρισε στους κατοίκους της, τη γαλήνη που αυτά προκαλούν, ενώ συγχρόνως ασκούσε έλξη επισκεπτών και τουριστών, που θαύμαζαν την ήρεμη και διαυγή ατμόσφαιρα της.

 

Αλλά αρχίζει η Πέμπτη ανοικοδόμηση της Τρίπολης. Είναι η μεταπολεμική περίοδος, κατά την οποία η κοινωνική σύσταση της πόλεως έχει αλλάξει. Οι παλαιοί Τριπολίτες έχουν εκλείψει ή μετοικήσει ενώ οι νεοελθόντες, μιμούμενοι την Πρωτεύουσα, αντικαθιστούν τα παλαιά σπίτια με τις τσιμεντένιες πολυκατοικίες αλλοιώνοντας έτσι τη φυσιογνωμία της. Η περήφανη Πρωτεύουσα του Μοριά κινδυνεύει να μεταβληθεί σε κάποια αθηναϊκή Συνοικία. Η μόνη σωτηρία της θα είναι η νέα πόλη να επεκταθεί εκτός της παλαιάς, ενώ αυτή να συντηρηθεί με κάθε θυσία.

 

(501)