“Τρίτη να ‘ναι μάστορα κι ας είναι χίλιες ώρες”…
Όχι· δεν το ‘λεγαν έτσι…· καθότι, η Τρίτη, είναι η δεύτερη μέρα της εβδομάδας -κανονικά, η τρίτη… με πρώτη την Κυριακή- και ως δεύτερη έχει μπόλικη δουλειά, για τον εργατόκοσμο, τους ιδιωτικούς και δημοσίους υπαλλήλους…· είναι μία πυρετώδης μέρα εργασίας αφού ούτε καν είναι στη μέση της εβδομάδας…, με ανοιχτά τα καταστήματα πρωί και απόγευμα…
Η τύπου παροιμία ήτανε “Σάββατο να ‘ναι μάστορα κι ας είναι χίλιες ώρες” και την έλεγαν οι εργάτες και οι υπάλληλοι στ’ αφεντικά… αφού ήτανε ημέρα πληρωμής…· “το ‘βδομαδιάτικο”…, που, λέγαμε…

Τα μαγαζιά, το Σάββατο, άνοιγαν από τα πάργιουρα (= χαράματα) και δεν έκλειναν το μεσημέρι, αλλά στις δέκα και δώδεκα τη νύχτα! Το μεσημέρι έτρωγαν κάτι, “στο πόδι”, και συνέχιζαν… Βλέπεις, οι ραφτάδες έπρεπε να παραδώσουν τα κουστούμια, στα σπίτια, στις δέκα το βράδυ· το ίδιο και τα παπούτσια… Παρόμοια κι οι μοδίστρες… Οι κουρείς, ξούριζαν και κούρευαν μέχρι τις δέκα κι έντεκα το βράδυ…· κι απόκοντα οι ζαχαροπλάστες με τις παραγγελίες στα ζαχαροπλαστεία…, οι φουρνιαρέοι μπαϊλντισμένοι… ενώ υπήρχε και η εβδομαδιαία καθαριότητα αφού, τη Δευτέρα, έπρεπε να είναι όλα καθαρά…

Το βράδυ, λοιπόν, γινότανε ταμείο, και τ’ αφεντικά πλήρωναν…· το ίδιο και οι μικροεργολάβοι, οι μαραγκοί, οι ελαιοχρωματιστές…

“Με ‘γεια και το μπαξίσι” έλεγαν τα παιδόπουλα παραδίνοντας το κουστούμι στο σπίτι…

Έτσι χαριεντιζόμενοι το φώναζαν οι κάλφες κι οι λοιποί υπάλληλοι μεροκαματιάρηδες στ’ αφεντικό-μάστορα, “Σάββατο να ‘ναι μάστορα κι ας είναι χίλιες ώρες”, που, σε όλους αυτούς “τους έβγαινε το λάδι” εκείνη τη μέρα, που, έρχονταν και οι χωρικοί από τα γύρο χωριά στην πόλη για ψώνια, αλλά και που είχανε κατακουραστεί όλη την εβδομάδα και περίμεναν την Κυριακή να ξαποστάσουνε τεντώνοντας την αρίδα τους λίγο πάρα πάνω…

Όμως, χαριεντιζόμενο και τ’ αφεντικό τους ανταπαντούσε “αμ’ θα ‘ρθει κι η Δευτέρα και θα σας πάρει ο διάλος τον πατέρα”!

Όλοι αυτοί είχανε κάνει τα ψώνια τους για την επομένη…: λίγο “κριάς”, λίγη φέτα -η φέτα δεν καταβροχθιζότανε, όπως σήμερα, αλλά τρωγότανε όπως το ποντίκι… τουτέστιν μια φετάρα ψωμί και απειροελάχιστο τυρί… Στο σπίτι τούς περίμενε η σκάφη στην οποία, νωρίτερα, είχανε πάρει το μπάνιο τους τα παιδιά, η μάνα…

Χρόνια αξέχαστα… από πολλές απόψεις… που, δυστυχώς, καθόλου δειλά δειλά, αλλά ραγδαία ραγδαία ξανάρχονται…· θυμηθείτε το “οι Γερμανοί ξανάρχονται”… μόνο, που, αυτή τη φορά, εκτός των τετράπαχων σκυλιών της πλ. Άρεως και Πετρινού, μήπως, φάμε και γάτες…!

Την Κατοχή υπήρχανε και δυο σπειριά αραποσίτι ή φασόλια, ένα κομμάτι μπομπότα…· σήμερα… Όσο είδα, χθες, τον ημεδαπό να ψάχνει απεγνωσμένα στους κάδους και ν’ ανασύρει πεταμένα κομμάτια πίτσα… κατατρόμαξα…! Μπας και σε λίγο αλληλοφαγωθούμε…!

ten-ia

(61)