Δυστυχώς, την πρεμιέρα της, η ιστοσελίδα μας, την έκανε, ταυτόχρονα, με το φευγιό του Ανδρέα μας…! Απουσίαζα από την Τρίπολη, και ερχόμενος, από Αθήνα, είδα το κηδειόσημο στην ακακία της Κεντρικής πλτης Κεντρικής πλ. την οποία, ο Ανδρέας, τα τελευταία χρόνια, την περπατούσε, προς το Μ. Καφενείο, με αργές πατημασιέςΉταν ένας ρέκτης της πόλης μαςο οποίος, φεύγοντας, αφήνει κενόΕίχε δραστηριοποιηθεί, τα τελευταία χρόνια στα, μη αυτοδιοικητικά κοινά…, μετά κάποιες δεκαετίες απουσίας του στην ΑθήναΤον έβρισκες, από τις 11 και μετά, το πρωί, στο παλιό σπίτι της Τραμπίδαινας, κειδά στη γωνία, Ελ. Βενιζέλου και ΛαγοπάτηΕκεί ήταν το δικό τουκρυσφύγετο”… ανάμεσα σε παλιά πατώματα, “παλιατζούρεςεφημερίδων, φωτογραφιών, βιβλίωνκαθότι, ο Ανδρέας Κωτσιόπουλος, δημιούργησε, σύλλεγε και παρακολουθούσε την Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων Πελοποννήσου(ΕΔΙΑΠ). Προ 7ετίας – έφυγε στα 88 του – είχαμε μιλήσει για τους γκαραζιέρηδες της Τριπολιτσιάς… καθότι ο πατέρας του είχε ένα από τα δυο τρία γκαράζ στην Τρίπολη. Εκεί είχαμε δημοσιεύσει τη δική του φωτογραφία, στον τόρνο, γράφοντας, ως λεζάντα, το παρακάτω κείμενο:

Ιδού, ο Ανδρέας Κωτσιόπουλος, σήμερα 81 ετών, επί τω έργω· στο μηχανουργείο του πατέρα του, Γεώργιου, όπου είχε συνεργείο, ίσως το πρώτο προπολεμικό, στην οδό Μαυρομιχάλη 6, όπου δούλευε, ο Ανδρέας, από μικρό παιδί και, παράλληλα, πήγαινε σχολείο· σπούδαζε, όμως, τη δουλειά, όλο τον ελεύθερο χρόνο, μα, περισσότερο, Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρια. Με τον, Ανδρέα, κουβεντιάσαμε πάρα πολλά πράγματα γύρω από τα, τότε, Συνεργεία, ο οποίος, Ανδρέας, είναι από τους καλούς κι ένθερμους Τριπολιτσιώτες, που, πράγματι, ασχολείται με τα, της πόλης, και γνωρίζει πολλάΤριπολιτσιώτης, ο πατέρας του, με καταγωγή από τη Γαρέα (ο παππούς τού Ανδρέα). Η γιαγιά, του Ανδρέα, από Τρίπολη το γένος Καραφωτιά, με προγόνους στην Αίγυπτο (βαμβάκια…). Αθηνά, η μητέρα του Ανδρέα, το γένος Δεληγιάννη (αδελφή του Τζίμη και του Πανάγου). Οι γονείς του παντρεύτηκαν το 1925 κι έκαναν δύο παιδιά, τον Ανδρέα και τη Σόνια σύζ. του Γ. Χωματά με τωραίο εμπορικό γυναικείων υφασμάτων στην οδό Μαντινείας (Κέννεντυ) και το ξενοδοχ. “Αρκαδία”. Ο Ανδρέας είναι παντρεμένος με τη Χρυσούλα Ευαγγελάτου και έχουν δύο αγόρια, το Γιώργο και το Μιχάλη. Όμως, ας αφήσουμε, τον Ανδρέα, να μας ‘πει τα, της οικογένειας:

Όλα ταδέλφια του πατέρα μου, ήταν στην Αμερική. Στην Αμερική πήγε και ο πατέρας μου. Ο αδελφός του, ο Κωστής, που είχε πάει πρώτα, ήταν μπλεγμένος με τα Θέατρα. Είχε φτάσει να είναι σύμβουλος της μεγάλης Αμερικανίδας χορεύτριας Ισιδώρας Ντάγκαν η οποία πνίγηκε από ατύχημα, με την εσάρπα της. Ο πατέρας μου πήγε στην Αμερική, το 1900 –είχε γεννηθεί το 1890- μαζί με τον εξάδελφό του, το Χρ. Μπιτάκη. Η δουλειά, του Θεάτρου, δεν άρεσε του πατέρα μου, και πήγε σεστιατόριο για να φύγει κι απόκει και να  περιπλανάται. Κάπου τον πήρε ο ύπνος στο κεφαλόσκαλο ενός οικήματος και κάποιος κύριος τον βρήκε και τον πήρε οικότροφο. Αυτός τον πήρε στη δουλειά του που διατηρούσε Μηχανουργείο Μοτοσυκλετών με την επωνυμίαΕξέλσιορ”. Όμως, το 1912 ξαναγύρισε στην Ελλάδα για να πολεμήσει μαζί με τους 7.000 Έλληνες Ομογενείς στηΛεγεώνα των Αποδήμωνοι οποίοι παρήλασαν στον Πειραιά και στην Αθήνα, στη Σταδίου, με το οπλισμό του ο καθένας τον οποίο είχε αγοράσει. Υπηρέτησε στο στρατό, με διαλείμματα, μέχρι το 1922. Συστρατιώτης του ήταν, ο Μήτσος Τράμπας, από την αρχή, από το 1912, ο οποίος Τράμπας, ήταν κι αυτός στην Αμερική και δούλευε στις γραμμές των τρένων. Από  1914, επειδή γνώριζε καλά τΑγγλικά, κι επειδή, στην Αμερική είχε σπουδάσει σΑμερικάνικο Κολλέγιο (νυχτερινός), ο πατέρας μου, έπιασε δουλειά στο σπίτι του Καραπάνου ως οδηγός. Κηρύχτηκε το κίνημα και κατατάχθηκε υπό την Κυβέρνηση του Βενιζέλου· από το 1916 έγινε ο σοφέρ του Βενιζέλου. Όταν απολύθηκε, κατά σύσταση του Βενιζέλου, έπιασε δουλειά στον Πρέσβη της Αγγλίας ή της Αμερικήςδε θυμάμαιως σοφέρ. Τον βοήθησε πολύ η Αγγλική γλώσσα που τη μιλούσε, όχι μπρούκλικαΤο 1922 ήρθε στην Τρίπολη ενώ, σένα διάλειμμα του Στρατού, το 1920, με τον Τράμπα, στήνουν το Συνεργείο εκεί στη Μαυρομιχάλη 6. Είχανε μια προϊστορία στο επάγγελμα· λιγότερη ο Τράμπας με τα τρένα  και περισσότερη, ο πατέρας μου, αφού είχε δουλέψει και στις Μοτοσυκλέτες στην Αμερική αλλά και ως σοφέρ, εδώ, που, βέβαια, συντηρούσε και το αυτοκίνητο. Στρατεύεται, ο πατέρας, και κρατάει το συνεργείο ο Τράμπας. Επιστρέφει ο πατέρας, το 1922, κι αγοράζει το πρώτο μηχάνημα ένα γυφτοδράπανο, χειροκίνητοΜε τον Τράμπα, ο πατέρας μου, έμεινε μέχρι το 1936. Ο πατέρας μου πρωτοστάτησε να γίνει Σύλλογος Επισκευαστών Αυτοκινήτων· όμως, έπρεπε να είναι 9. Δεν ήταν, κι έτσι έμπασαν μέσα και τους Ποδηλατάδες. Προστάτη είχαν τον ΆγιοΧαράλαμπο, μαζί με τους Αυτοκινητιστές που είχαν τον ΆγιοΧριστόφορο. Αμολάγαμε αετούς με καλάμι και χαρτί στη γιορτή τουΠρόεδρος ήταν ο πατέρας μου με Αντ/δρο τον ποδηλατά Μιγγόπουλο που είχε ποδηλατάδικο στην πλ. Κολοκοτρώνη κι αργότερα τον Πριόβολο. Το 1951 ο πατέρας μου στάλθηκε, από τον Μποδοσάκη, στην Ιταλία, για ναποφανθεί, αν ένα εργοστάσιο που ερχόταν με τις Ιταλικές επανορθώσειςεκεί στην Μπιέλα της ΙταλίαςΌμως, ο πατέρας μου αρρώστησε από ζάχαρο, και πέθανε.

Να επανέλθουμε, όμως, και να πω ότι, κατά τους χρόνους της Κατοχής, τα πράγματα που είχαμε στο μαγαζί, μας τα πήρανε οι Γερμανοί και μας πλήρωσαν με χάρτινα νομίσματα κίβδηλα. Το συνεργείο ήταν επιταγμένο, και από τους Γερμανούς, και από τους Ιταλούς.

Μετά το θάνατο, του πατέρα, στο συνεργείο έμεινα, εγώ, με το Μίμη Λαμπρινόπουλο, μέχρι το ‘72 που ανέβηκα στην Αθήνα. Στο δικό μας συνεργείο, δεν υπήρχε χρόνος μαθητείας· μάθαιναν τέχνη και πληρώνονταν τα παιδιά. Αλλού, όπως και στα κουρεία, ήτανε τοκάθισε και θα δούμε…”.

Προπολεμικά, τα κυκλοφορούντα αυτοκίνητα, στην Τρίπολη, ήτανε μετρημένα στα δάχτυλα. Είχε ο Λουκαΐτης με τα χρώματα, ο γιατρός Χατζόπουλος, ο Τράμπαςενώ είχανε φτιάξει αυτοκίνητο τριπολιτσιώτες όπως ταδέλφια Παναγόπουλοι (Σωτήρης, Κίμωνας, Ανδρέας) στο συνεργείο μας αλλά κι ο Άρης Παπαοικονόμου με τους δύο Ηλίες, Λουκαΐτη και Παυλόπουλο, και πάλι στο μαγαζί μας. Σίγουρα, οι Ιταλογερμανοί, φεύγοντας από Τρίπολη άφησαν πίσω τους αυτοκίνητα. Ένα ήταν του Μπουρέκα. Για να πλυθούμε, εμείς στα συνεργεία, λίγο πριν το Πόλεμο, χρησιμοποιούσαμε τοΒιμ”. Παλιότερα, το πλύσιμο των χεριών, γινότανε στη λίμπα με τα παλιόλαδα. Μετά τα περνούσαμε με πετρέλαιο μηχανής. Τα παλιόλαδα έκοβαν τη μουντζούρα και το πετρέλαιο έδιωχνε τα παλιόλαδα. Μετά τα πλέναμε με βενζίνη και ύστερα με νερό και σαπούνι. Κάθε βράδυ Σαββάτου ή την Κυριακή κάναμε λαμπίκο, το μαγαζί, από την καθαριότητα

(247)