Του Χρυσ. Κριμπά
Μέρος Β°

Εγέρασα μωρέ παιδιά, εγέρασα και δεν μπορώ, τα τραγούδια να τα ειπώ / βλέπω νιες κι είμαι ζηλιάρης, είμαι και παραπονιάρης. / Σώπα γέρο και μην κλαις, θα γεράσουνε κι αυτές / θα ιδείς στα μάτια τους γυαλιά, στο κεφάλι, άσπρα μαλλιά / θα ιδείς στην πλάτη τους καμπούρα και στο χέρι τους, μαγκούρα.
Θα χορέψεις γέρο θέλεις δεν θες / και θα ειπείς τραγούδι για τις ξανθιές / για θυμήσου γέρο τα νιάτα σου, την παλικαριά σου, τα νάζια σου / για θυμήσου γέρο που ήσουν παιδί κι αγαπούσες γέρο μια λυγερή.
Σου είπα μάνα, πάντρεψέ με / σπιτονοικοκύρεψέ με / γέρον άντρα μη μου δώσεις / γιατί θα το μετανιώσεις.
Ένας γέρος γέροντας, είχε αμπελοχώραφα, είχε και οχτώ παιδιά, που όλη μέρα μάλωναν.

Όταν γεράσει το δεντρί, ξεράδια δεν του λείπουν.
Το γέρικο καράβι, κάνει νερά.
Γριά το μεσοχείμωνο, ξυλάγγουρο γυρεύει.
Ο γέρος κι αν στολίζεται, στον ανήφορο γνωρίζεται.
Ο γερογάτος, τρυφερά ποντίκια θέλει.
Του γέρου τα παιχνίδια, σα νερόβραστα κρεμμύδια.
Η γριά, όσο κι αν στολίζεται, δεν γίνεται κοπέλα.
Αν δεν ζήσεις, δεν γερνάς.
Γεράματα και φτώχεια, δυο πληγές αγιάτρευτες.

Φοβήθηκα δυο πράματα / τη φτώχεια, τα γεράματα.
Το γήρας, ακουμπάει σε δυο μπαστούνια: στη μνήμη και στην πείρα.
Όσο γερνά κανείς, τόσο λωλαίνεται: μωραίνεται.
Η γριά αλεπού, στο δόκανο δεν πέφτει.
Η νεαρή με τον κόσμο και η γριά με το κουρκούτι: τον χυλό από βρασμένο αλεύρι, που τον έτρωγαν, σε περιστάσεις ανέχειας και μεγάλων στερήσεων.
Το γερασμένο σκυλί, δεν δυναμώνει με σκύβαλα: απομεινάρια, από κοσκίνισμα δημητριακών.

Περνούν τα χρόνια, γρήγορα περνούν, περνούν και οι ομορφιές όταν γερνούνε.
Του γέρου σκόνταμα, του χάρου μήνυμα.
Ο γέροντας με το κρασί, γίνεται παλικάρι.
Γέρνει ο γέρος, γέρνει η γριά, μοιάζουν με τη λυγαριά.
Χαρά στον νιο που νοιάζεται, στον γέρο που γελάει.
Φάνηκε ο γερογαμπρός, ογδοντάρης και γερός.
Τα κακά και τα γηρατειά, έρχονται ακάλεστα.
Καθώς πάμε και γερνούμε, άλλα πράματα θωρούμε.

Όταν γεράσει ο άνθρωπος, έρχονται συνοδεία, και το δρολάπι το ψυχρό, τα χιόνια και τα κρύα.
Εις τα βαθειά γεράματα, ο άνθρωπος σαν φθάνει, κουφαίνεται, στραβώνεται, λίγο προτού πεθάνει.
Αλίμονο που γέρασε κι άσπρισαν τα μαλλιά του και γρόσια δεν εφύλαξε, για τα γεράματά του.
Νιάτα δουλεμένα, γηρατειά ξεκουρασμένα.
Όσο πάμε και γερνάμε, τις χαρές τις παρατάμε.

Η φύση έκαμε καλά, που έστειλε τα νιάτα, μα έστειλε και γεράματα και τα ‘καμε σαλάτα.
Το αρνί χαίρεται, όταν γεράσει ο λύκος.
Κάλλιο καλά γεράματα, και νιάτα προκομμένα.
Περνούν τα χρόνια και γερνώ, στα παιδικά ξαναγυρνώ, στα χρόνια εκείνα τα παλιά, που μου’ δινε η γιαγιά, φιλιά.
Εγώ θα πάρω δυο, ένα γέρο κι ένα νιο / τον γέρο στη δουλειά και τον νιο στην αγκαλιά.

Στον δρόμο που πηγαίναν, γέροντα απαντούν: γεια σου, χαρά σου γέρο, καλώς τα τα παιδιά, καλώς τα παλικάρια, από τη Λειβαδιά.
Εχιονίσαν τα βουνά κι οι μύλοι δεν αλέθουν πια: ασπρίσαν τα μαλλιά του γέρου και έπεσε στην αδράνεια.
Γάμος στα γηρατειά, χαρά στα κέρατα.
Όποιος τα ύστερα μετρά, θα ‘χει καλά γεράματα: προβλέπει και έχει εξασφαλίσει ανέσεις για τα γηρατειά του, τα στερνά του βίου του.

Όποιος παντρεύεται στα γηρατειά, κατεβάζει γρήγορα τ’ αφτιά: σεξουαλική ανεπάρκεια.
Γεράματα, τρεχάματα, πόδια τρεμουλιάρικα.
Κακή ζωή, πρώιμα γεράματα.
Τα γηρατειά δεν κρύβονται και αν κρυφτούν, είναι μασκαρεμένα.
Ήμουνα κράχτης πετεινός, τώρα στα γηρατειά μου, να με τσιμπούν οι όρνιθες, δε το βαστά η καρδιά μου.
Όταν γεράσει ο άνθρωπος δεν έχει πια αξία, σαν το παλιό γραμμάτιο, που ‘ληξε η προθεσμία.
Γέρασα ο μαύρος, γέρασα, κι άσπρισαν τα μαλλιά μου, κι ένα καλό δεν έκανα, για τα γεράματά μου.

Θέλει ο καθένας τις χαρές, καλά να τις περάσει και να γενεί πολύξερος, μα όχι να γεράσει.
Σαν φτάσουν τα γεράματα, φέρνουν μαζί μπελάδες, πιασίματα, στραβώματα, πόνους και κουφαμάρες.
Ο λύκος όταν γεράσει, γίνεται μασκαράς των τσακαλιών και ο άνθρωπος, των μικρών παιδιών.
Της νιότης η προκοπή, στα γεράματα φαίνεται.
Το γέρικο λιοντάρι, φυλάγεται κι από του ποντικού την τρύπα: είναι αδύνατο και καχύποπτο.

Ο φρόνιμος ο γέρος, είναι έτοιμος από καιρό.
Εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις.
Γέρος είσαι δεν φελάς / μόνο το ψωμί χαλάς. Φελώ: ωφελώ, είμαι άχρηστος.
Όσο κι αν φάει ο γέρος, δεν παίρνει άλλο μπόι: ανάστημα, ύψος.
Οι άνδρες είναι όσο αισθάνονται, οι γυναίκες όσο φαίνονται: νέοι ή νέες, γέροι ή γριές.
Να ήσαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία / να ένιωθα ερωτική, θερμή επιθυμία.
Νεκρόν ιατρεύειν και γέροντα νουθετείν, το αυτόν εστί: όταν γιατρεύει κανείς τον πεθαμένο ή συμβουλεύει τον γέροντα, είναι το ίδιο.

Τα γεράματα, στην πλάτη έχουν τα γράμματα: την πείρα και τη γνώση.
Ο διάβολος ξέρει πολλά, διότι είναι γέρος.
Το διάβα του χρόνου, δημιουργεί γέρους.
Άκου γέρου συμβουλή και παιδεμένου γνώση: Παιδεμένος: έμπειρος, πολύξερος.
Έχεις λεφτά στα γηρατειά, βάλε τη σκούφια σου στραβά: να χαίρεσαι, διότι είσαι αυτάρκης, αμέριμνος.
Η μάνα με πάντρεψε και μου ‘δωσε ένα γέρο / γέρο και κακορίζικο και κακομοιριασμένο.
Και μια γριά μονοδοντού, άντρα γύρευε παντού.

Η μάχη του Γρηροκομείου: τον Μάρτιο του 1822, ο Θ. Κολοκοτρώνης με τα παλικάρια του, χτύπησαν τους Τούρκους της Πάτρας, με ορμητήριο το εκεί Γηροκομείο.
Τότε, ο Γέρος του Μοριά, την Πάτρα την κυκλώνει / και με σοφό στρατήγημα, την απελευθερώνει.
Κόλπος του Γέροντα: βρίσκεται στη Μικρασιατική ακτή, απέναντι από τη νήσο Λέρο.

Βυζαντινό: Μόλις, μετά συμπλήρωσιν πάλιν ενός τριμήνου / μέσον της στράτας της κακής, της ορεινοδυσβάτου / γυναίκα εσυντύχαινεν, όσον από το σχήμα / γραίαν πολλά ταλαίπωρον, ως έλεγεν ο ξένος / ασκέπαστον, κοντότριχον, τα χέρια γυμνωμένην.

Γαλλική παροιμία: Δεν φοβάσαι τα γηρατειά, όταν ξέρεις να τα περιμένεις.
Άλλη: τα πενήντα είναι το γήρας της νεότητας. Τα εξήντα, είναι η νεότητα του γήρατος.
Άλλη: τα γεράματα, για τη γυναίκα είναι το μεγαλύτερο από όλα τα βασανιστήρια της κόλασης.

Αγγλική: Γερασμένος σκύλος, καινούργια παιχνίδια δεν μαθαίνει.
Ισπανική: Όλοι περιφρονούν τα γεράματα, αλλά δεν γίνεται να μη γεράσουν.
Αραβική: Η γριά που φτιασιδώνεται, μοιάζει με χάλκινο δαχτυλίδι, επιχρυσωμένο.
Καλόγερος, καλόγρια: μοναχός, μοναχή.
Της γριάς το μαλλί: γλύκισμα από κρυσταλλική ζάχαρη, που μοιάζει με αραιό, γκριζόλευκο, μαλακό μαλλί. Προτίμηση των παιδιών, στα πανηγύρια.
Γεώργιος Μπαμπινιώτης: γεροπαράξενος, γερογκρινιάρης, γεροτσιφούτης, γεροκαμπούρης, γεροσαλιάρης, γεροδεμένος, γεροξούρας, γερόλυκος, γεροπαραλυμένος, γεροδιάολος, γεροντοπαλίκαρο, γερομπισμπίκης: παράξενος, δύστροπος, γεροπαραλυμένος, γεροντοκόρη.

Προπολεμικό λαϊκό: και μια γεροντοκόρη / μου ‘φερε ένα μεσοφόρι / και της λέω ευθύς εγώ / τέτοια δεν τα κυνηγώ / μες το τρύπιο μου τσουβάλι / μπαίνουν περασμένα κάλλη.
Το γήρας, ου γαρ έρχεται μόνον: φέρνει μαζί του πολλά ευχάριστα, αλλά και δυσάρεστα.
Γηράσκω αεί διδασκόμενος: δεν το ‘χω πως πεθαίνω, όσο ζω, τόσο μαθαίνω / κι όσο ζω κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω αλίμονό μου, το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου (Ναπολέων Λαπαθιώτης +1944)

Γηριατρική: Κλάδος της βιολογίας, που εξετάζει τους συντελεστές του οργανισμού, που προκαλούν το γήρας και προτείνει τρόπους επιβράδυνσης, αλλά όχι ματαίωσης.
Αρχαίο ρητό: Κωλύσαι μεν το γήρας, αδύνατον, επισχείν δε το τάχος αυτού, δυνατόν: Να παρεμποδίσεις τα γηρατειά, είναι αδύνατον, αλλά να τα επιβραδύνεις, είναι δυνατόν: με υγιεινόν τρόπο ζωής.

(291)