Ο λοχαγός Karl Krazeisen ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του ‘21.

Karl Krazeisen

 Tον 19ο αιώνα η Ελλάδα ήταν από τα πλέον προσφιλή μέρη που επισκέπτονταν ξένοι καλλιτέχνες, είτε σε ομάδες είτε μεμονωμένα. Οι δημοσιεύσεις για τα αρχαιολογικά μνημεία της, οι ανασκαφές στην Κάτω Ιταλία, ο κλασικισμός αρχικά και ο οριενταλισμός στη συνέχεια, δημιούργησαν εξαιρετικές προϋποθέσεις για ταξίδια – και περιπέτειες- στην ηπειρωτική και τη νησιωτική Ελλάδα. Ταξιδιώτες και περιηγητές, καλλιτέχνες και “φιλότεχνοι” τυχοδιώκτες συναντώνται σε έναν άλλο τόπο, που σπαράσσεται από τα βάσανα και τις κακουχίες, και για μεγάλο διάστημα σύεται από επαναστατικό παλμό.

Η πρώτη αποστολή καλλιτεχνών στην Ελλάδα , κυρίως αρχιτεκτόνων και ζωγράφων, πραγματοποιήθηκε το 1810, όταν η ομάδα των Cockerell, Hallerstein και Stackelberg ήρθε στην Ελλάδα (συνοδεύομενοι και από άλλους , αρχαιολόγους και σχεδιαστές) για να εξερευνήσει γνωστούς αρχαιολογικούς τόπους. Η ομάδα αυτή πραγματοποίησε και έρευνες στο ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες και στο ναό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα.

Οι νέες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στο κρατίδιο της Βαυαρίας και την Ελλάδα-πολύ πριν ο Όθωνας χρησθεί βασιλιάς της Ελλάδας, χάρη στα φιλελληνικά αισθήματα του  βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄- επέδρασαν σημαντικά στη διασύνδεση της γερμανικής τέχνης με την ελληνική, σχέση που στα  επόμενα χρόνια   θα είναι καταλυτική.

Με πρωτοβουλία, λοιπόν, του Λουδοβίκου αποστέλλεται το 1826 βαυαρική αποστολή, η οποία περιλαμβάνει στους κόλπους της τον

φιλέλληνα λοχαγό Karl Krazeisen, στον οποίο οφείλουμε την αγιογραφία, με τη μεγαλύτερη πιστότητα, των αγωνιστών του 1821.  Τουλάχιστον όσων  είχαν επιζήσει  από τις αιματηρές συγκρούσεις και τις ηρωικές θυσίες που είχαν προηγηθεί μέχρι το Νοέμβριο του 1826. Έτσι εξηγείται ότι από το εικονοστάσι του λείπουν οι σεπτές μορφές του Αθανασίου Διάκου, του Μάρκου Μπότσαρη ή του Παπαφλέσσα, όπως παρατήρησε ο Παντελής Πρεβελάκης στον συγκινητικό του πρόλογο που συνοδεύει την πολύτιμη επετειακή έκδοση του 1971 της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών για τα 150 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 Ο βαυαρός αξιωματικός Karl Krazeisen και ερασιτέχνης ζωγράφος από το Παλατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878) επισκέφτηκε την επαναστατημένη Ελλάδα το φθινόπωρο του 1826, συμμετέχοντας ως υπολοχαγός στο εκστρατευτικό σώμα του συνταγματάρχη Karl Wilhelm von Heideck. Ήδη στη χώρα του είχε ασχοληθεί ερασιτεχνικά με την υδατογραφία και κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης παραμονής του στην Ελλάδα επιδόθηκε κυρίως στην ιχνογράφηση πορτραίτων Ελλήνων αγωνιστών και Φιλελλήνων. Όταν επέστρεψε στο Μόναχο, λιθογράφησε τα σημαντικότερα εκ του φυσικού σχέδιά του, υπό την εποπτεία του λιθογράφου Fr. Hanfstaenlg, και από το 1828 έως και το 1831 τύπωσε επτά διαδοχικά τεύχη με επεξηγηματικό κείμενο στα γερμανικά και στα γαλλικά. Οι μορφές του, οι οποίες αποδίδονται από τη μέση και πάνω, είναι διακοσμημένες με πολυτελείς ενδυμασίες και όπλα, ενώ εκπροσωπούν όλες τις κοινωνικές τάξεις, όπως οπλαρχηγούς, πυρπολητές, λόγιους, πολιτικούς αλλά και Φιλέλληνες.  Περιλαμβάνει μόνο όσους ζούσαν κατά την περίοδο εκείνη ή μόνο όσους γνώρισε από κοντά κατά τις περιοδείες του και αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1832.

Ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους,(16,3×12,5) στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών,21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι  με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, τα οποία η Εθνική Πινακοθήκη έχει στην κατοχή της  από το 1926, όταν τα αγόρασε από τους απογόνους του, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου , ο τότε διευθυντής του Μουσείου.

 Ο Karl Krazeisen δρώντας ως πολεμικός ανταποκριτής στο Ναύπλιο, τον Πόρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, των πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό Πάνθεον Αθανάτων, το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών Ελλήνων μέχρι σήμερα. Η κάθε λιθογραφία εκφράζει την ατομικότητα του ήρωα -πρωταγωνιστή και αποτελεί μια ανεκτίμητη μαρτυρία για το χαρακτήρα, την κοινωνική του προέλευση και το ρόλο που διαδραμάτισε στον εθνικό Αγώνα. Σε κάθε  σχέδιο αναγράφει σχεδόν πάντα την ακριβή τοποθεσία και ημερομηνία  που το έχει σχεδιάσει. Συγχρόνως για να ολοκληρώσει τον χαρακτήρα του ιστορικού τεκμηρίου που φαίνεται να προσέδιδε σε αυτά τα σχέδια, έβαζε τον εικονιζόμενο να υπογράψει στο κάτω μέρος του χαρτιού. Στο σύνολό τους λοιπόν οι λιθογραφίες του Krazeisen διαφυλάσσουν το κλίμα της ιστορικής στιγμής. Άλλωστε φιλοτεχνήθηκαν σε μια καθοριστική και κρίσιμη περίοδο για το ελληνικό Έθνος, από το Δεκέμβριο του 1826 έως τον Απρίλιο του 1827, η έκβαση της οποίας αποτυπώνεται στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών της.

 Περιέρχεται τα στρατόπεδα, Ναύπλιο, Σαλαμίνα, Αίγινα, Πόρο, Πειραιά, για να καταλήξει στο στρατόπεδο του Φαλήρου, λίγο πριν το θάνατο του Καραϊσκάκη. Προλαβαίνει να αποτυπώσει σε ένα ημιτελές σχέδιο, που αποτελεί μια συγκλονιστική μαρτυρία, τα εμπύρετα ευγενή χαρακτηριστικά του ήρωα τρικυμισμένα από την αγωνία για όσα συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή και όσα μάντευε με τη στρατηγική του οξυδέρκεια πως θ΄ ακολουθήσουν. Ο θάνατος έχει αποτυπωθεί μεταφορικά σ΄ αυτό το σχέδιο-ντοκουμέντο που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Είναι και το μόνο που δεν φέρει την υπογραφή του εικονιζόμενου προσώπου.

Για τα λιθογραφημένα σχέδια  του Krazeisen χαρακτηριστική είναι η άποψη του Ζαχαρία Παπαντωνίου: «Η λιθογραφία δεν ήτο δυνατόν παρά να δώσει στα σχέδια του Krazeisen την σημαντικήν υπερβολήν που δεν έχουν εις το πρωτότυπο. Διότι η λιθογραφία απέδωσε την κοινήν γνώμη της Ευρώπης. Με τα πολλάς φωτοσκιάσεις και τα διακοσμήσεις (των ενδυμάτων και των όπλων), με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν- χαρακτηριστικά όλα της ρομαντικής αυτής τέχνης που εγεννήθη εις τας αρχάς του 19ου αιώνος- η λιθογραφία μας έδωσε τους ήρωας μέσα στην ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντασία».

Λογοτέχνες επίσης και μελετητές όπως ο Παντελής Πρεβελάκης, μιλάνε για την απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Krazeisen και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει  να θαυμάζει ήρωες. Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα, συνεχίζει ο Πρεβελάκης, ενώ οι ήρωες εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυτοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας.

Η σπουδαιότητα λοιπόν αυτών των σχεδίων εκτός του ότι διαιωνίστηκαν στο χαρτί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες  που πολέμησαν μαζί με τον Krazeisen και συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της Προσωπογραφίας του Αγώνα, είναι η ψυχολογική τους μαρτυρία, η αποτύπωση του χαρακτήρα, του ήθους κάθε προσώπου. Αυτά τα πρόσωπα μοιάζει να ζουν σε μια διπλή διάσταση του χρόνου, μέσα στην αιωνιότητα και μέσα στην ιστορική στιγμή.

Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου

Ιστορικός Τέχνης

Θ. Κολοκοτρώνης
Νικηταράς
Κολίνος Κολοκοτρώνης