Θα ήθελα μια Τρίπολη…
Μεγάλωσα, σχεδόν, στα ριζά της Δεξαμενής… εκεί που χτυπάει η οριζόντια γραμμή την κάθετη… η 25η Μαρτίου την Τρικόρφων… Καθημερινά, ανηφόριζα στη Δεξαμενή και παρακολουθούσα που έκαναν τα πουλιά φωλιές… Μ’ άρεσε να βλέπω τ’ αυγά τους και τα νεογέννητά τους… Ποτέ, δεν πείραξα, φωλιά, όπως ο Γιώργης, ο καταστροφέας! Κάποιες φορές, ‘κει πάνω, βοσκούσαν πρόβατα καθώς και πιο πίσω προς τα πευκάκια… στα οποία δεν ξαναπλησίασα μετά την αυτοκτονία τού… Κάποιες φορές, έβλεπα και τον Δημοτικό υπάλληλο, π’ άνοιγε το σιδερένιο καπάκι, της Δεξαμενής, κι άδειαζε το λευκό περιεχόμενο του ντενεκέ… Αργότερα, συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν χλώριο… Από ‘κει πάνω, καβάλα στη μεγάλη σωλήνα της υπερχείλισης, ως μπομπάρδα, ρέμβαζα κι αγνάντευα πέρα στο βορρά… προς την πλ. Άρεως που δεν είχα πάει… Και να, στις αρχές του ’50 άνοιξε το Εξοχικό Κέντρο με τον Γκολέμη στο τραγούδι μα, πολύ περισσότερο, στο μπουζούκι… Από τότε μ’ αρέσουν τα μπουζούκια και τα λαϊκά άσματα… Μαγαζιά, δεν είχαμε στη γειτονιά μας… Ο Νίκος με πήρε μια δόση απ’ το χέρι και με κατέβασε στο ζαχαροπλαστείο, του Θοδόση! Ήταν η πρώτη φορά που κατέβαινα στην πόλη, κρυφά απ’ τη μάνα! Εντυπωσιάστηκα από τους μεγάλους καθρέφτες που μ’ έδειχναν ολόσωμο! Εμείς, στο σπίτι, είχαμε μόνο ένα μικρό καθρεφτάκι, του πατέρα, που κοιταζόταν, όταν ξυριζόταν… Στους μεγάλους καθρέφτες, του Θοδόση, διαπίστωσα ότι, η μύτη μου, είναι αρκετά μεγάλη, γι’ αυτό, από τότε «κάπως την έκρυβα» αν είναι δυνατόν…! Εκεί, ο Νίκος, με κέρασε ένα τρίγωνο! Γλυκάθηκα! Έτσι, μια φορά την εβδομάδα, εξοικονομούσα το πενηνταράκι και πήγαινα μόνος μου, να γλυκαθώ αλλά και να καθρεφτιστώ… Όχι· δεν ήταν τόσο μεγάλη η μύτη μου· μάλλον το ένα δόντι μου ήταν λίγο στραβό… Μου είχε κάνει εντύπωση ο μακρύς πάνινος σωλήνας της Καταβρεχτήρας!
Η πρώτη φορά, που κατέβηκα στην πλ. Άρεως, ήταν, όταν πήγαμε, με τη μητέρα μου, πλυμένα και σιδερωμένα ρούχα στον πατέρα και πήραμε τ’ άπλυτα… Έσκυψε, η μάνα, στο μικρό παραθυράκι της φυλακής… και από εκεί έγινε η ανταλλαγή… Ο πατέρας κράτησε λίγο το χέρι της και της έδωσε ένα σημείωμα που, η μάνα στην επιστροφή, το διάβασε κι άρχισε να κλαίει! Εκεί, για πρώτη φορά, είδα την πλ. Άρεως και το Δικαστικό Μέγαρο!
Κάπου στις αρχές του ’50… είδα το Παναρκαδικό Νοσοκομείο… ένα τόσο μεγάλο κτίριο! Πέθανε ο παππούς, κι η μάνα, μη έχοντας πού να με αφήσει με πήρε μαζί της… Ήταν το τελευταίο βλέμμα, του παππού, σε μένα! Με κοίταξε κι έγειρε το κεφάλι… Η μάνα τού ‘κλεισε τα μάτια και η θεία, η Ελένη, του σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι της… Βγάλε το παιδί έξω, είπε στη μάνα η νοσοκόμα…
Όταν ήμουν μικρός, ειλικρινά όσοι με ρωτούσαν, «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;»… σ’ όλους απαντούσα, ζαχαροπλάστης! Ναι· μου άρεσαν τα γλυκά τα οποία, όμως, τα στερούμην αφού δεν μπορούσα να συγκεντρώσω το 50αράκι, για το πατρακλίκι στου Θοδόση!
Μικρός διάβαζα «Ταρζάν-Γκαούρ»… πολύ πράμα· τα δανειζόμουνα, από το γιο της κ. Θεοδώρας, που ήταν συνομήλικός μου… σε σημείο που, να δέχομαι να κάνω θελήματα, που μ’ έστελνε, η κυρα-Θοδώρα, αντί να στείλει το γιο της, μπας και κουραστεί!
Στη Β΄ ή Γ΄ τάξη του Δημοτικού, σκύβοντας στο θρανίο είδα το βρακάκι της Βιβής! Μου άρεσε αυτό που είδα… Έτσι, μια ή δυο φορές τη μέρα, έσκυβα δήθεν για να φθάσω τη γόμα ή την ξύστρα που ο ίδιος είχα πετάξει… Αργότερα, διάβασα πολύ «Μάσκα» κι έγινα «ένα» με τον «Άγιο» και τον «Λεμι-Κώσιον»!
Η αγάπη για τον Κινηματογράφο ξεκίνησε από τον «Απόλλωνα» του «Απάτη»… Εκεί είδα, για πρώτη φορά, τον Ταρζάν με τον Τζόνυ Βαϊσμίλερ! Αμέσως, μετά, Ζορρό! Αργότερα, δούλεψα στο Σινεμά… στην αρχή πουλώντας λεμονάδες, πορτοκαλάδες… Έβλεπα το έργο στη βραδινή παράσταση… Με μαγνήτιζε η υπόθεση… την οποία, το δεύτερο ή τρίτο βράδυ, βαριόμουνα…· έτσι, άρχισα να παρακολουθώ τις ταινίες από την τεχνική πλευρά τους (σκηνοθεσία, σκηνογραφία, μουσική…).
Η Τρίπολη είναι, πλέον, μια άναρχη πόλη: άνθρωποι περιπατούν στο δρόμο και αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο… Κτίρια πολυώροφα σε 5μετρους δρόμους… Έχει χάσει την παλιά της αίγλη και κολυμπάει σε πελάγη κακογουστιάς, ασημότητας και καρακιτσαρίας… Η Τρίπολη είναι μια «γκέι» πόλη όσον αφορά το χαρακτήρα της: καφετέριες, εκκλησίες, μικρομάγαζα…, της κουλτούρας όχι, ούτε χώροι, ούτε στέκια… Είναι μια καταστροφική πόλη… αφού μόνη της χαλάει πλατείες και δεν τις φτιάχνει, χαλάει πάρκα και δεν τα φτιάχνει…
Ξανανεβαίνοντας στη Δεξαμενή, μετά από 10ετίες, στα μάτια μου, ο Αγιο-Βασίλης με το αστικό τοπίο που τον περιβάλει, συνθέτει μια εξωφρενική αρχιτεκτονική αντίφαση… του σμόκιν με ντρίλινο παντελόνι… Αν και αυτή η μεγαλειώδης αντίφαση, για μένα εξακολουθεί να είναι μια πόλη, που, πλέον, την αγαπώ όχι, τη συμπονώ ναι…
Γυρίζω μόνος μου –χωρίς ουτ’ έναν ξένο δίπλα μου- από την έρημη Παιδαγ. Ακαδημία ως το έρημο Τρένο· από το έρημο Μαντζούνειο ως το έρημο Σύνταγμα· από τον έρημο Μαηθανάση ως το έρημο πάρκο…· από το έρημο “Μαλλιαροπούλειο” ως τ’ ανύπαρκτα μπουρδέλα… και νιώθω, εγώ, ξένος στην πόλη, που, γεννήθηκα!
Το συνονθύλευμα φυλών, χρωμάτων, γλωσσών… μου δημιουργεί προφητικές εικόνες καραγκιόζ-μπερντέ του 18ου και 19ου αι., που, Καραγκιόζης και Χατζιαβάτης, ως ντελάληδες, εξέρχονται από το σαράι της πλ. Άρεως, και καλούν Άγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους, Αλβανούς και Πακιστανούς, Γεωργιανούς και Αφρικανούς, Ρώσους και Πολωνούς… όπως έρθουν στην αυλή του πασά…
Θα ήθελα μια Τρίπολη με, όχι πάνω από διώροφα, με κήπους στις ταράτσες, την Ταξιαρχών ένα ποτάμι που να κυλάει τα νερά του και να περνάει από την πλ. Κεντρική, Κύπρου, Χατζηχρήστου…, τα περιβόλια στα ντουζένια τους, έναν ήρεμο και συνετό Κολοκοτρώνη που να δείχνει κατά τα Τρίκορφα, το Μουσείο του Αγώνα, πεζοδρομημένο το Ιστορικό Κέντρο της, μια πόλη χωρίς κλειδιά σε σπίτια και μαγαζιά, μ’ ένα τρενάκι που να περιέρχεται όλα τα ‘ξωκλήσια, με δεντροστοιχίες στις τέσσερις αρκτικές οδούς… Κ.Π.
