Πρόδρομος των ποτών π’ άρχισε να πίνει ο Έλληνας, εννοείται, μετά το κρασί και πριν το βερμούτ, κονιάκ, ουίσκυ…, αναμφίβολα ήτανε η Μαστίχα! Ένα γλυκόπιοτο ποτό με βάση τη Χιώτικη μαστίχα… Κειδά, μέχρι περίπου το ’55, όταν δηλ. άρχιζε να εμφανίζεται το «μπουκάλι Βερμούτ», το οποίο, μπουκάλι, το πήγαινες στο πάρτι ή τη γιορτή… και ο εορτάζων, με τη σειρά του, το πήγαινε αλλού, ο “αλλού” το πήγαινε σε άλλον κ.ο.κ….· μέχρι, τότε, λοιπόν, κυριαρχούσε η Μαστίχα, σε σπίτια, πανηγύρια, γιορτές… «Θα πάρεις μια μαστιχούλα» σου ‘λεγαν ενώ, μετά το γλυκό (συνήθως κουραμπιές, μελομακάρονο ή σαραγλί) στη γιορτή του πατέρα (ουδείς άλλος γιόρταζε στο σπίτι…), απαραιτήτως σου σερβίριζαν μαστίχα σε ρακοπότηρο…

(Η εθιμοτυπία, σε μια γιορτή, ήτανε να σερβιριστείς τον κουραμπιέ, να περάσει η οικοδέσποινα με το πιατάκι και το βρεγμένο πανάκι για να σκουπίσεις τα δάχτυλά σου που είχαν λερωθεί από τη ζάχαρη του κουραμπιέ και, μετά, ακολουθούσε ο δίσκος με τα ρακοπότηρα και τις μαστίχες, συνήθως… Ξαναπέρναγε η οικοδέσποινα, έπαιρνε τ’ άδεια ή μισοάδεια ρακοπότηρα, ευχότανε «με τας εις υγείας σας»… κι εδώ τελείωνε το περί σερβιρίσματος για να επακολουθήσει ο μεζές στο πιρούνι και το ποτήρι το κρασί…).

Εμένα, η Μαστίχα μ’ άρεσε, καθότι γλυκόπιοτη αλλά και μ’ ένα δροσερό αιθέριο άρωμα… Έτσι, την «έκλεβα»…· χωρίς να βλέπει, η μάνα, τραβούσα μια δυο γλουπουτσιές… Κάποτε το ‘παιρνε είδηση οπότε, έλεγε, δήθεν, ότι μονολογούσε για να τ’ ακούσω, εγώ… «αχ καϋμένε μου, θα σου κάψει τα συκώτια…»… Το ίδιο έκανα και με το κρασί –τότε, πάσχαμε από έλλειψη σακχάρου… και δεν είναι τυχαίο το γεγονός που, έτσι και βρίσκαμε τη ζάχαρη, τρώγαμε μια κουταλιά ή μ’ ένα 50ράκι αγοράζαμε κάντιο από του Κολλάρα… Έτσι, όταν κανα μεσημέρι Κυριακής μ’ έστελναν για κρασί στου Χασομέρη ή στου Χρήστου «του Ντουλάπα»… επιστρέφοντας, και στη γωνία την απυρόβλητη, από βλέμματα, έβγαζα με τα δόντια το φελλό και ρουφούσα στα κρυφά…

Όμως, η Μαστίχα ήταν ένα σίγουρο ποτό, για να ξεντροπιαστεί η νοικοκυρά… ενώ, σπάνια, αγόραζαν, εκείνα τα χρόνια σφραγισμένο μπουκάλι Μαστίχα…· όλοι «χυμόπουλος» και ντόπια, τριπολιτσιώτικη Μαστίχα… Ήτανε το χαρακτηριστικό ντεκόρ στα ποτοποιεία της Τρίπολης –όχι “ποτοπωλεία”– στου Μπίρη και στου Χριστόπουλου, στου Καλδή και στων Αθανασιάδηδων…, το ντεκόρ με τα ξύλινα βαρελάκια στο φόντο, του μαγαζιού, και τα οποία ανάγραφαν, το καθένα, «Μαστίχα», «Κονιάκ», «Τσέρυ» , «Ούζο… Δυσεύρετα τα μπουκάλια, τότε –ήταν σπάνιο είδος…· είχες ένα, και μονάκριβο, το πήγαινες και το γέμιζες…  Όλα τα σπίτια είχαν Μαστίχα… ακόμη και τα πάμπτωχα… διότι, όλο και θα παρουσιαζότανε κανείς… να «ξεντροπιαστεί», όπως έλεγε, η έρμη μάνα…

Όμως, και στα τοπικά πανηγυράκια η Μαστίχα κυριαρχούσε… εκεί που μαζεύονταν 100, 200 ή 300… Η Εκκλησιαστική Επιτροπή αγόραζε π.χ. από του Μπίρη ένα βαρελάκι Μαστίχα, ένα δυο κασονάκια λουκούμια, τσαπέλες σύκα και αφράτο στραγάλι… όλα επάνω σ’ ένα κρεβάτι εκστρατείας με καραβόπανο… Μετά την απόλυση, ο αρχηγός των μεγάλων οικογενειών, έβγαζε από την τσέπη ή το μικρό ταγάρι ένα μισοκαδιάρικο μπουκάλι και πήγαινε και το γέμιζε από το βαρελάκι, έπαιρνε και λουκούμια, και στραγάλια όλα χύμα μέσα σε κομμάτι χαρτιού εφημερίδας, πλήρωνε… κι άρχιζε να κερνάει, αν όχι όλους, τους συγγενείς και τους πιο γνωστούς αλλά και αυτούς που χόρευαν… Δεν υπήρχαν ποτήρια, ούτε γυάλινα και πολύ περισσότερο πλαστικά… Ούτε ήταν δυνατόν να δίνει το μπουκάλι έτσι… διότι οι πέντ’ έξι πρώτοι θα τ’ άδειαζαν! Γι’ αυτό τον λόγο, προσάρμοζε, στο στόμιο του μπουκαλιού, ένα σύκο ή μια κουβαρίστρα κομμένη –την είχε φτιάξει από το σπίτι… Έτσι, δεν έπεφτε πολύ από το περιεχόμενο… αφού, πόσο μπορούσε να περάσει από την τρύπα του σύκου της τσαπέλας… Το ‘παιρνε ο καθένας το μπουκάλι, το σήκωνε και χαιρέταγε, το ‘βαζε στο στόμα του και ρουφούσε… και, βέβαια δεν μπορούσε πολύ…· από λίγο για να φτάσει για 30 ή 50! Τριτοκοσμική η κατάσταση αφού, ο καθένας, ρουφούσε τα σάλια του άλλου και της άλλης… εκείνα τα χρόνια που ούτε καν οδοντόκρεμα υπήρχε! Κι όμως, ο κόσμος δεν πέθαινε τίποτα αφού δεν υπήρχαν «μοντέρνες» ασθένειες…

Κι όλα αυτά με τη Μαστίχα την, σήμερα, τόσο καταφρονεμένη και ξεχασμένη! Κι όμως, είναι ένα ποτό που διατρέχει τους αιώνες! Το θυμήθηκα, γιατί φαγάδικο της Τριπολιτσάς, μετά το γεύμα ή το δείπνο, έχει καθιερώσει να σερβίρει Μαστίχα –ή κάτι  παρόμοιο– σε μίνι μπουκαλάκια και βυθισμένα μέσα σε πάγο! Είναι απόλαυση! Είναι ένα λικέρ, κι αυτό, όπως η Μέντα και η Μπανάνα, το Τσέρι και… Είναι ένα δικό μας, καταδικό μας ποτό, η Μαστίχα, που θα μπορούσε να γίνει ο πρέσβης μας όπως η «grappa» στην Ιταλία! Σκέτη ή και παγωμένη –για χωνευτικό – η Μαστίχα μας είναι καταπληκτική!

(344)