Τα προπολεμικά μπακάλικα, πουλούσαν κάτι φτηνούς σουγιάδες με ξύλινη λαβή, που τους έλεγαν «Κολοκοτρώνηδες». Ήσαν μέτριου μεγέθους και πολύ πρακτικοί για κάθε πρόχειρη χρήση.

Το μοιραίον έτος 1825 οι μισαλλόδοξοι πολιτικοί (καλαμαράδες) ξεσήκωσαν ολόκληρη εκστρατεία εξόντωσης του Θ. Κολοκοτρώνη. Αφού πρώτα δολοφόνησαν «μπαμπέσικα» τον γιο του, Πάνο, κατάφεραν να συλλάβουν και τον ίδιο και μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, τους απομόνωσαν στο γνωστό μοναστήρι της Ύδρας.

Πριν μπουν στο καΐκι στο Ναύπλιο, ο Γέρος είδε ένα παιδαρέλι, να πουλάει σουγιάδες μέσα σε ένα ζεμπίλι. Απλώνει το χέρι και παίρνει έναν για να κόβει το ψωμάκι του. Επειδή δεν είχε χρήματα, λέει στο παιδί: « Παλικάρι μου, χρέωσε με και ίσως μπορέσω κάποτε να σε πληρώσω. Κολοκοτρώνη με λένε!»

Το παιδί, που δεν είχε ιδεί ποτέ τον θρυλικό Γέρο, μόλις άκουσε το όνομα του, αρπάζει το ζεμπίλι και το αδειάζει στα πόδια του, λέγοντας: «Όλοι δικοί σου είναι καπετάνιε. Όχι τους σουγιάδες, αλλά και το κεφάλι μου δίνω για σένα!…».

Το περιστατικό διαδόθηκε αστραπιαία και από τότε οι σουγιάδες ονομάστηκαν Κολοκοτρωνέικοι ή απλά Κολοκοτρώνηδες.

Πολύ αργότερα, ο εγγονός του Γέρου, Θεόδωρος ή Φαλέζ, είχε βάλει για βουλευτής Γορτυνίας, αλλά δεν τον ψήφισαν. Γεμίζει λοιπόν ένα κάρο με κολοκοτρωνέικους σουγιάδες και τους στέλνει να μοιραστούν στους ψηφοφόρους. Είχε τυλίξει τον κάθε σουγιά με χαρτί, που έγραφε: «Των φονίμων ολίγα!…».

Τάκη Νατσούλης: Σε συνεχόμενες και μεγάλες αμαρτίες (συμφορές) χρησιμοποιούμε την έκφραση «Κολοκοτρωνέικες αμαρτίες». Και τούτο, γιατί τα δεινά και οι συμφορές που τράβηξε η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από τους Τούρκους ήσαν τόσο πολλά, που ο λαός με αυτή την έκφραση τις προσδιορίζει. Όχι μόνο από τους Τούρκους, αλλά και από τους ντόπιους ξενόδουλους ανθέλληνες.

Χρυσ. Κριμπάς

Μετά τη ζωή… η υγεία

του Χρυσόστομου Κριμπά

(77)