Μία από τις τρεις σημαίνουσες πολιτικές δολοφονίες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Οι άλλες δύο ήταν του Υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά (Πρωτομαγιάτου 1948) και του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ (16 Μαΐου 1948).

Ο διαλλακτικός και μετριοπαθής Γιάννης Ζέβγος (Γιάννης Ταλαγάνης το πραγματικό του όνομα) υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, έχοντας διατελέσει Υπουργός Γεωργίας στην πρώτη μετακατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Γεννήθηκε στο χωριό Δόριζα της Αρκαδίας το 1897 και ήταν δάσκαλος.

Ως αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ μετέβη το Φεβρουάριο του 1947 στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσει το έργο μιας Επιτροπής του ΟΗΕ, που ήταν εγκαταστημένη στη συμπρωτεύουσα και διερευνούσε την κατάσταση στη χώρα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945).

Το πρωί της 20ης Μαρτίου 1947, ημέρα Πέμπτη, ο Ζέβγος βγαίνει από το ξενοδοχείοΑστόρια, όπου διέμενε και πηγαίνει στα γραφεία της εφημερίδας Αγωνιστής. Εκεί, γράφει ένα ακόμη υπόμνημα προς την Επιτροπή του ΟΗΕ, με νέα στοιχεία διωγμών και γενικά αντιδημοκρατικών ενεργειών της Δεξιάς εις βάρος της Αριστεράς. Το μεσημέρι πηγαίνει στο εστιατόριο Ελβετικόν για να γευματίσει, όπως συνήθιζε κάθε μέρα.

Κατά την επιστροφή του στο ξενοδοχείο κι ενώ κατέβαινε την οδό Αγίας Σοφίας, ένας νεαρός άνδρας, ηλικίας περίπου τριάντα ετών, που προφανώς τον παρακολουθούσε, πυροβόλησε με περίστροφο τρεις φορές εναντίον του από κοντινή απόσταση. Πέφτοντας, προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ο δολοφόνος τον πλησίασε και τον πυροβόλησε άλλη μία φορά. Ο Γιάννης Ζέβγος έπεσε νεκρός. Ο δολοφόνος ετράπη αμέσως σε φυγή από την οδό Αγίας Θεοδώρας και συνελήφθη καταδιωκόμενος από πολίτες κι ένα χωροφύλακα, μπροστά στο εργοστάσιο «Φλόκα». Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι ο δολοφόνος είχε δύο συνεργούς.

Ως δράστης της δολοφονίας αναγνωρίσθηκε ένας πρώην κομμουνιστής, ο κρεοπώλης Χρήστος Βλάχος από τις Σέρρες. Στους αστυνομικούς είπε ότι προέβη στη στυγερή δολοφονία από αγανάκτηση για τα όσα υπέφερε στο Μπούλκες (Στρατόπεδο συγκέντρωσης για απείθαρχους κομμουνιστές στη Γιουγκοσλαβία): «Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν τον είδα… Οι κομμουνιστές με βασάνισαν, επειδή δεν συμφωνούσα μαζί τους». Σε άλλο σημείο της απολογίας του ανέφερε ότι οι κομμουνιστές είχαν εκπορνεύσει τη γυναίκα του, την οποία είχε χωρίσει. Εκείνη, πάντως, είχε δηλώσει ότι τον χώρισε γιατί ήταν προδότης.

Η είδηση της δολοφονίας του Ζέβγου αναστάτωσε τους πάντες, σε μια περίοδο που ο εμφύλιος βρισκόταν στην κορύφωσή του, με τις δύο πλευρές εξίσου δυνατές. Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος επιχείρησε να παρουσιάσει το έγκλημα ως «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στους κόλπους της Αριστεράς. Ο Ριζοσπάστης έκανε λόγο για ένα ακόμη έγκλημα των «μοναρχοφασιστών». Και φαίνεται να είχε δίκιο.

Στις 3 Απριλίου 1947, δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη γράμμα του Νίκου Σιδηρόπουλου, πρώην κομμουνιστή και τροφίμου στο Μπούλκες, που ήταν συνεργός του Βλάχου στη δολοφονία του Ζέβγου. Ο Σιδηρόπουλος αναφέρει ότι η δολοφονία οργανώθηκε από την ΕΣΑ και το Α2 του Γ’ Σώματος Στρατού, υπό την υψηλή εποπτεία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, Ναπολέοντος Ζέρβα, αρχηγού του ΕΔΕΣ κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αποκάλυψε, επίσης, ότι το σχέδιο ήταν ευρύτερο, αφού περιελάμβανε και τις δολοφονίες των Γιάννη Πασαλίδη (μετέπειτα προέδρου της ΕΔΑ) και Αλέξανδρου Σακελλαρόπουλου (κατοπινού προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών).

Ο δράστης του φονικού, Χρήστος Βλάχος, προσήχθη σε δίκη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών, το 1948. Πολύ γρήγορα, όμως, δραπέτευσε από τη φυλακή και φυγαδεύτηκε στην Αργεντινή. Έπειτα από αρκετά χρόνια επέστρεψε στην Ελλάδα και στις 20 Σεπτεμβρίου 1981, ως τρόφιμος του ψυχιατρείου της Λέρου, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολις αποκάλυψε: «Εγώ δούλευα για την ελληνική και τη συμμαχική αντικατασκοπία, πολεμούσα τους κομμουνιστές και τους Τούρκους… Έτσι, εκτέλεσα και την εντολή που πήρα από τους ανωτέρους μου, να σκοτώσω τον Γιάννη Ζέβγο. Έπρεπε να υπακούσω. Η πατρίδα κινδύνευε, έπρεπε να την καθαρίσω από τους κομμουνιστές. Και τον Σουλτάνο του ΚΚΕ (εννοεί τον Ζαχαριάδη) έπρεπε να τον σκοτώσω».

(18)